ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΕξετάσειςΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Τεστ θα εντοπίζει γονίδια που ευθύνονται για τις επιπλοκές της υποξίας κατά τη γέννηση

12 Αυγούστου 2020, 09:00

images

Ένα πρώιμο τεστ αίματος μπορεί να ανιχνεύσει ποια μωρά που υφίστανται υποξία (ανεπαρκή οξυγόνωση) κατά τη γέννησή τους διατρέχουν κίνδυνο σοβαρών νευροδιαταραχών, όπως εγκεφαλική παράλυση και επιληψία.

Η νέα εξέταση δημιουργήθηκε από το Imperial College του Λονδίνου και εντοπίζει τα γονίδια που έχουν ενεργοποιηθεί και απενεργοποιηθεί και τα οποία συνδέονται με μακροχρόνια νευρολογικά προβλήματα.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Scientific Reports, πραγματοποιήθηκε σε νοσοκομεία της Ινδίας, όπου καταγράφονται σχεδόν 0,5-1 εκατομμύρια περιστατικά έλλειψης οξυγόνου κατά τη γέννηση κάθε χρόνο. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, η εγκεφαλική βλάβη αναπτύσσεται από μερικές ώρες έως και μήνες, επηρεάζοντας διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα μια ποικιλία πιθανών νευρολογικών διαταραχών, όπως η εγκεφαλική παράλυση, η επιληψία, ή η απώλεια ακοής και όρασης.

Στην εν λόγω μελέτη 45 βρεφών που είχαν έλλειψη οξυγόνου στη γέννησή τους, οι ερευνητές εντόπισαν αλλαγές σε μια σειρά γονιδίων στο αίμα τους, οι οποίες θα μπορούσαν να υποδείξουν εκείνα που θα αναπτύξουν νευρολογικές διαταραχές.

Οι επιστήμονες έλαβαν δείγματα αίματος από το μωρά έξι ώρες μετά τη γέννηση και τα παρακολούθησαν έως 18 μήνες μετά για να δουν ποια ανέπτυξαν νευρολογικές διαταραχές.

Συγκεκριμένα, εξέτασαν το αίμα για να προσδιορίσουν τυχόν αλλαγές στη γονιδιακή έκφραση -την ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση των γονιδίων- ανάμεσα στα βρέφη που ανέπτυξαν νευρολογικές διαταραχές και στα υγιή.

Οι επιστήμονες βρήκαν 855 γονίδια που εκφράζονταν διαφορετικά ανάμεσα στις δύο ομάδες, με δύο από αυτά να έχουν τις πιο μεγάλες διαφορές. Εξετάζοντάς τα, οδηγήθηκαν σε καλύτερη κατανόηση των αιτίων των διαταραχών που προκαλούνται από τη στέρηση οξυγόνου και ενδεχομένως πώς να διαταράξουν αυτές τις διαδικασίες, για να βελτιώσουν τα αποτελέσματα.

«Τα αποτελέσματα από αυτά τα τεστ αίματος θα μας επιτρέψουν να αποκτήσουμε περισσότερες γνώσεις σχετικά με τους μηχανισμούς των ασθενειών που είναι υπεύθυνες για τις εγκεφαλικές βλάβες και να αναπτύξουμε νέες θεραπευτικές παρεμβάσεις ή να βελτιώσουμε τις ήδη υπάρχουσες», σημειώνει σε σχόλιό του ο επικεφαλής συγγραφέας, καθηγητής Sudhin Tjayyil.

Σχετικά Άρθρα