Δίαιτα με υδατάνθρακες ή δίαιτα με πρωτεΐνες, αυτό που μετράει είναι η ποιότητα
17 Φεβρουαρίου 2026, 09:00
Νέα μεγάλη μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τόσο οι δίαιτες χαμηλές σε υδατάνθρακες όσο και οι δίαιτες χαμηλές σε λιπαρά μπορούν να βελτιώσουν την καρδιαγγειακή και μεταβολική υγεία, υπό μία βασική προϋπόθεση: Η ποιότητα των τροφών να είναι υψηλής διατροφικής αξίας. Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο Journal of the American College of Cardiology, ανέλυσε δεδομένα από περίπου 200.000 άτομα τα οποία παρακολουθήθηκαν για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Οι συμμετέχοντες προέρχονταν από μεγάλες και γνωστές αμερικανικές επιδημιολογικές μελέτες, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στα αποτελέσματα. Κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης καταγράφηκαν περισσότερα από 20.000 περιστατικά στεφανιαίας νόσου, επιτρέποντας στους ερευνητές να εξετάσουν με ακρίβεια τη σχέση μεταξύ διατροφικών προτύπων και καρδιαγγειακού κινδύνου.
Το βασικό εύρημα της μελέτης είναι ότι δεν έχει τόσο σημασία αν κάποιος μειώνει κυρίως τους υδατάνθρακες ή τα λιπαρά, αλλά από ποιες τροφές προέρχονται αυτά τα μακροθρεπτικά συστατικά. Με άλλα λόγια, η «υγιεινή» εκδοχή μιας δίαιτας χαμηλής σε υδατάνθρακες διαφέρει ριζικά από μια «ανθυγιεινή» εκδοχή της.
Για παράδειγμα, μια χαμηλή σε υδατάνθρακες δίαιτα που βασίζεται σε λαχανικά, όσπρια, ξηρούς καρπούς, ψάρια και φυτικά έλαια συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου και καλύτερους μεταβολικούς δείκτες. Αντίθετα, μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες αλλά πλούσια σε επεξεργασμένα κρέατα, κορεσμένα λιπαρά και προϊόντα χαμηλής διατροφικής αξίας συνδέθηκε με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Παρόμοια εικόνα παρατηρήθηκε και στις δίαιτες χαμηλές σε λιπαρά. Όταν αυτές περιλάμβαναν τρόφιμα ολικής αλέσεως, φυτικές πηγές πρωτεΐνης και καλά λιπαρά (όπως ελαιόλαδο και ξηρούς καρπούς), οι συμμετέχοντες εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα «κακής» LDL χοληστερόλης, χαμηλότερα τριγλυκερίδια και μειωμένους δείκτες φλεγμονής. Αντίθετα, οι χαμηλές σε λιπαρά δίαιτες που βασίζονταν σε εξευγενισμένους υδατάνθρακες και επεξεργασμένα τρόφιμα δεν παρείχαν τα ίδια οφέλη.
Εκτός από τη μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου, οι υγιεινές εκδοχές και των δύο διατροφικών προτύπων συσχετίστηκαν με βελτιωμένη μεταβολική υγεία. Οι συμμετέχοντες παρουσίασαν ευνοϊκότερο λιπιδαιμικό προφίλ, καλύτερο έλεγχο σακχάρου και χαμηλότερα επίπεδα συστηματικής φλεγμονής, παράγοντες που σχετίζονται με μειωμένο κίνδυνο διαβήτη τύπου 2 και μεταβολικού συνδρόμου.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η απλή μείωση ενός μακροθρεπτικού συστατικού δεν εγγυάται καλύτερη υγεία. Μια δίαιτα χαμηλή σε λιπαρά μπορεί να είναι ανθυγιεινή εάν περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες λευκού ψωμιού, ζάχαρης και επεξεργασμένων σνακ. Αντίστοιχα, μια δίαιτα χαμηλή σε υδατάνθρακες μπορεί να επιβαρύνει την καρδιά εάν βασίζεται κυρίως σε κόκκινο κρέας και κορεσμένα λιπαρά.
Το συμπέρασμα της μελέτης είναι σαφές: η ποιότητα των τροφίμων υπερέχει της ποσοτικής μείωσης υδατανθράκων ή λιπαρών. Διατροφές πλούσιες σε φυτικές ίνες, αντιοξειδωτικά, ακόρεστα λιπαρά και φυσικές, μη επεξεργασμένες τροφές φαίνεται να προσφέρουν ουσιαστική προστασία για την καρδιά και τον μεταβολισμό.
Για τους ειδικούς, το μήνυμα προς το κοινό είναι ότι δεν χρειάζεται να εγκλωβίζεται κανείς σε «στρατόπεδα» χαμηλών υδατανθράκων ή χαμηλών λιπαρών. Αυτό που πραγματικά μετράει είναι η συνολική ποιότητα της διατροφής, η έμφαση σε φυτικά τρόφιμα και η αποφυγή υπερβολικά επεξεργασμένων προϊόντων. Με αυτή την προσέγγιση, τόσο η καρδιά όσο και ο μεταβολισμός φαίνεται να ωφελούνται σημαντικά.
