"Ένοχα" τα επεξεργασμένα τρόφιμα για προβλήματα στην καρδιά
12 Φεβρουαρίου 2026, 07:00
Τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα είναι βιομηχανικά προϊόντα που έχουν υποστεί εκτεταμένη επεξεργασία και περιέχουν πρόσθετα λιπαρά, σάκχαρα, άμυλα, αλάτι και χημικά πρόσθετα, όπως γαλακτωματοποιητές. Παραδείγματα αποτελούν τα αναψυκτικά, τα συσκευασμένα σνακ και τα επεξεργασμένα κρέατα. Κατά την παραγωγή τους αφαιρούνται πολλά φυσικά θρεπτικά συστατικά, με αποτέλεσμα τα τελικά προϊόντα να διαφέρουν σημαντικά από την αρχική τους μορφή. Συχνά περιλαμβάνουν συστατικά που ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είχε ιστορικά συναντήσει. Σήμερα, τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα αποτελούν περίπου το 60% της διατροφής των ενηλίκων στις ΗΠΑ και σχεδόν το 70% της διατροφής των παιδιών.
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι όσοι καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες τέτοιων τροφίμων διατρέχουμε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου, μίας κατάστασης που περιλαμβάνει παχυσαρκία, υπέρταση, διαταραχές λιπιδίων και αντίσταση στην ινσουλίνη. Η υψηλή κατανάλωση UPFs έχει επίσης συνδεθεί με αυξημένα επίπεδα της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hs-CRP), δείκτη φλεγμονής που αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα μελλοντικής καρδιαγγειακής νόσου, όπως έμφραγμα και εγκεφαλικό. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα υπήρχαν περιορισμένα δεδομένα που να εξετάζουν άμεσα τη σχέση μεταξύ αυξημένης κατανάλωσης υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων και καρδιαγγειακού κινδύνου.
Η διερεύνηση αυτής της σχέσης είναι κρίσιμη, καθώς η κατανάλωση UPFs αυξάνεται συνεχώς, ενώ τα καρδιαγγειακά νοσήματα παραμένουν από τις κύριες αιτίες θανάτου παγκοσμίως. Η κατανόηση της σύνδεσης μπορεί να επηρεάσει τόσο τις ιατρικές συστάσεις προς τους ασθενείς όσο και τις πολιτικές δημόσιας υγείας.
Ερευνητές από το Ιατρικό Κολέγιο Charles E. Schmidt του Florida Atlantic University ανέλυσαν δεδομένα από την εθνική έρευνα NHANES (National Health and Nutrition Examination Survey). Τα ευρήματα, που δημοσιεύθηκαν στο The American Journal of Medicine, υποδηλώνουν ότι η υψηλή κατανάλωση υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με σοβαρές καρδιαγγειακές επιπτώσεις.
Η μελέτη περιέλαβε 4.787 ενήλικες ηλικίας 18 ετών και άνω, με δεδομένα από την περίοδο 2021–2023. Οι συμμετέχοντες κατέγραψαν αναλυτικά τη διατροφή τους για δύο ημέρες και δήλωσαν αν είχαν ιστορικό εμφράγματος ή εγκεφαλικού. Οι ερευνητές υπολόγισαν το ποσοστό των συνολικών θερμίδων που προερχόταν από υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα και χώρισαν τους συμμετέχοντες σε τέσσερις ομάδες, από τη χαμηλότερη έως την υψηλότερη κατανάλωση.
Μετά από προσαρμογή για παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, φυλή/εθνικότητα, κάπνισμα και εισόδημα, διαπιστώθηκε ότι όσοι ανήκαν στην ομάδα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση UPFs είχαν 47% υψηλότερο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου σε σύγκριση με όσους κατανάλωναν τις μικρότερες ποσότητες. Ο μέσος όρος ηλικίας των συμμετεχόντων ήταν 55 έτη και περίπου το 56% ήταν γυναίκες. Η διαφορά θεωρήθηκε τόσο στατιστικά σημαντική όσο και κλινικά ουσιαστική.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η αυξανόμενη αναγνώριση των κινδύνων από τα υπερ-επεξεργασμένα τρόφιμα ενδέχεται να ακολουθήσει πορεία παρόμοια με εκείνη του καπνού τον προηγούμενο αιώνα. Χρειάστηκαν δεκαετίες για να γίνει ευρέως αποδεκτή η βλαβερότητα του καπνίσματος, και η μείωση της εξάρτησης από τα UPFs ίσως αποδειχθεί εξίσου δύσκολη. Μεγάλοι πολυεθνικοί όμιλοι κυριαρχούν στην αγορά τροφίμων, ενώ πολλοί άνθρωποι έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε υγιεινές και οικονομικά προσιτές επιλογές.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η αντιμετώπιση του ζητήματος δεν αφορά μόνο ατομικές επιλογές, αλλά και τη διαμόρφωση περιβάλλοντος όπου η υγιεινή επιλογή είναι και η εύκολη επιλογή. Απαιτούνται κατευθυντήριες οδηγίες, εκπαίδευση και πολιτικές που καθιστούν τα θρεπτικά τρόφιμα προσβάσιμα σε όλους.
Επιπλέον, οι ερευνητές συνδέουν την αυξημένη κατανάλωση UPFs με την άνοδο των περιστατικών καρκίνου του παχέος εντέρου, ιδίως σε νεότερους ενήλικες. Πολλοί παράγοντες κινδύνου είναι κοινοί με εκείνους των καρδιαγγειακών νοσημάτων, συμπεριλαμβανομένων των διατροφικών προτύπων.
Παρότι απαιτούνται μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες για οριστικά συμπεράσματα, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι οι επαγγελματίες υγείας μπορούν ήδη να συστήνουν τον περιορισμό των υπερ-επεξεργασμένων τροφίμων, σε συνδυασμό με άλλες αποδεδειγμένες παρεμβάσεις στον τρόπο ζωής και κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση. Η ενημέρωση και η πρόληψη αποτελούν το πρώτο και ουσιαστικότερο βήμα για τη μείωση του κινδύνου.
