ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Αμφιλεγόμενη η δράση της βιταμίνης D στο σύνδρομο Long COVID

16 Μαρτίου 2026, 09:00

images

Τα ευρήματα μεγάλης επιστημονικής μελέτης υποδηλώνουν ότι οι ερευνητές θα πρέπει να συνεχίσουν να διερευνούν αν τα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν να επηρεάσουν το λεγόμενο σύδρομο «Long COVID» ή μακρά COVID. Η έρευνα έδειξε ότι η λήψη υψηλών δόσεων βιταμίνης D3 δεν μείωσε τη σοβαρότητα της λοίμωξης COVID-19, ωστόσο εντοπίστηκε μία πιθανή σχέση με την εμφάνιση παρατεταμένων συμπτωμάτων μετά την αρχική νόσηση. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν σε επιστημονικό περιοδικό διατροφής και προκάλεσαν σημαντικό ενδιαφέρον στην ιατρική κοινότητα.

Σύμφωνα με την κύρια ερευνήτρια της μελέτης, υπήρξε έντονη συζήτηση τα τελευταία χρόνια σχετικά με το κατά πόσο η βιταμίνη D μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη ή την καλύτερη έκβαση της COVID-19. Παρότι η συγκεκριμένη τυχαιοποιημένη κλινική δοκιμή ήταν από τις μεγαλύτερες και πιο αυστηρά σχεδιασμένες που έχουν πραγματοποιηθεί στο θέμα αυτό, δεν βρέθηκαν ενδείξεις ότι η υψηλή δόση βιταμίνης D μειώνει τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων ή την ανάγκη νοσηλείας. Ωστόσο, οι ερευνητές παρατήρησαν ένα ενθαρρυντικό «σήμα» ότι μπορεί να υπάρχει θετική επίδραση όσον αφορά τη μακροχρόνια πορεία της νόσου, γεγονός που απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση.

Η βιταμίνη D συνδέεται εδώ και χρόνια με τη σωστή λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Παρ’ όλα αυτά, προηγούμενες μελέτες σχετικά με τον ρόλο της στον COVID-19 έχουν δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα. Για να διασαφηνιστεί καλύτερα το ζήτημα, σχεδιάστηκε η κλινική δοκιμή VIVID (Vitamin D for COVID-19). Στόχος της ήταν να εξετάσει αν η συμπληρωματική χορήγηση υψηλών δόσεων βιταμίνης D3 μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της νόσου σε άτομα που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί θετικά, καθώς και τον κίνδυνο μετάδοσης σε μέλη της οικογένειάς τους.

Στη μελέτη συμμετείχαν εθελοντές τόσο από τις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και από τη Μογγολία. Συνολικά, 1.747 ενήλικες με πρόσφατη διάγνωση COVID-19 και 277 άτομα από το οικογενειακό τους περιβάλλον χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες: η μία έλαβε βιταμίνη D3 και η άλλη εικονικό φάρμακο (placebo) καθημερινά για τέσσερις εβδομάδες. Το πρωτόκολλο χορήγησης περιλάμβανε αρχικά πολύ υψηλή δόση για δύο ημέρες και στη συνέχεια χαμηλότερη, αλλά ακόμη αυξημένη ημερήσια δόση. Κατά μέσο όρο, οι συμμετέχοντες ξεκινούσαν τη θεραπεία περίπου τρεις ημέρες μετά το θετικό τεστ.

Για να διασφαλιστεί η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων, οι επιστήμονες φρόντισαν οι δύο ομάδες να είναι ισορροπημένες ως προς παράγοντες που επηρεάζουν την έκβαση της COVID-19, όπως η ηλικία, το φύλο, ο δείκτης μάζας σώματος, η εθνικότητα και η κατάσταση εμβολιασμού. Η μεθοδολογία αυτή επέτρεψε πιο αντικειμενικές συγκρίσεις.

Κατά τη διάρκεια των τεσσάρων εβδομάδων παρακολούθησης, δεν διαπιστώθηκε ουσιαστική διαφορά μεταξύ των ομάδων όσον αφορά τις επισκέψεις σε νοσοκομεία ή ιατρεία, τη σοβαρότητα των συμπτωμάτων ή τη θνητότητα. Επιπλέον, η λήψη υψηλής δόσης βιταμίνης D δεν μείωσε την πιθανότητα μόλυνσης των ατόμων που ζούσαν στο ίδιο νοικοκυριό με ασθενείς COVID-19. Με άλλα λόγια, η συμπληρωματική χορήγηση δεν φάνηκε να επηρεάζει την άμεση εξέλιξη ή τη μετάδοση της νόσου.

Ωστόσο, όταν οι ερευνητές ανέλυσαν ξεχωριστά τα δεδομένα των συμμετεχόντων που ακολούθησαν πιστά το πρόγραμμα λήψης της βιταμίνης, παρατήρησαν μια πιθανή θετική επίδραση στη μείωση των επίμονων συμπτωμάτων. Οκτώ εβδομάδες μετά τη μόλυνση, το 21% των ατόμων που έλαβαν βιταμίνη D ανέφερε τουλάχιστον ένα σύμπτωμα που παρέμενε, όπως κόπωση, δύσπνοια, «ομίχλη» σκέψης ή άλλες γνωστικές δυσκολίες. Αντίστοιχα, το ποσοστό στην ομάδα placebo ήταν 25%. Η διαφορά αυτή χαρακτηρίστηκε οριακά στατιστικά σημαντική, γεγονός που σημαίνει ότι δεν μπορεί να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα, αλλά αποτελεί ένδειξη που αξίζει περαιτέρω έρευνα.

Το σύνδρομο Long COVID εξακολουθεί να επηρεάζει σημαντικά την ποιότητα ζωής πολλών ανθρώπων παγκοσμίως . Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες σχεδιάζουν νέες μελέτες με μεγαλύτερο αριθμό συμμετεχόντων, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η μακροχρόνια λήψη βιταμίνης D μπορεί πράγματι να μειώσει τον κίνδυνο ή τη σοβαρότητα των παρατεταμένων συμπτωμάτων.

Συνολικά, η συγκεκριμένη μελέτη δείχνει ότι, παρά το γεγονός ότι η υψηλή δόση βιταμίνης D δεν φαίνεται να βοηθά στην οξεία φάση του COVID-19, ενδέχεται να παίζει κάποιο ρόλο στην ανάρρωση σε βάθος χρόνου. Το εύρημα αυτό ενισχύει την ανάγκη για πιο εκτεταμένη και στοχευμένη επιστημονική διερεύνηση.



Σχετικά Άρθρα