Έρευνες για σοβαρά περιστατικά χωρίς συγκατάθεση νοσηλευτηρίων
31 Οκτωβρίου 2026, 08:00
Τη δυνατότητα ανεξάρτητης διερεύνησης σοβαρών περιστατικών που προκαλούν θάνατο, μόνιμη βλάβη ή θέτουν σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή ασθενών σε δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτήρια προωθεί το Κίνημα Άλμα, μέσω πρότασης νόμου που τροποποιεί το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης και Ποιότητας Υπηρεσιών Υγείας.
Σύμφωνα με την προτεινόμενη νομοθεσία, το Εθνικό Κέντρο θα αποκτήσει τη δυνατότητα να διερευνά τέτοια περιστατικά είτε αυτεπαγγέλτως είτε έπειτα από καταγγελία, χωρίς να απαιτείται η συγκατάθεση του εμπλεκόμενου επαγγελματία υγείας ή παρόχου υπηρεσιών υγείας για τη διενέργεια των αναγκαίων κλινικών ελέγχων και επιθεωρήσεων.
Παράλληλα, οι πάροχοι υπηρεσιών υγείας θα υποχρεούνται να συνεργάζονται με το Κέντρο και να παραχωρούν ιατρικούς φακέλους, κλινικά πρωτόκολλα, στοιχεία στελέχωσης και οποιαδήποτε άλλη συναφή τεκμηρίωση απαιτείται για τη διερεύνηση του περιστατικού.
Η πρόταση νόμου, η οποία υπογράφεται από τους Οδυσσέα Μιχαηλίδη, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, Νίκο Δρουσιώτη και Μιχάλη Παρασκευά, εκ μέρους του Κινήματος Άλμα – Πολίτες για την Κύπρο, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση κενού που, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, παρατηρείται σήμερα στη διερεύνηση σοβαρών περιστατικών ασφάλειας ασθενών.
Ωστόσο, διευκρινίζεται ότι οι έρευνες του Κέντρου δεν θα αποσκοπούν στην απόδοση ποινικών, αστικών ή πειθαρχικών ευθυνών, αλλά στον εντοπισμό των αιτίων και των ενδεχόμενων οργανωτικών ή συστημικών προβλημάτων που συνέβαλαν στο περιστατικό.
Ποια περιστατικά θα διερευνώνται
Με την προτεινόμενη τροποποίηση εισάγεται στον βασικό νόμο ο ορισμός του «σοβαρού συμβάντος ασφάλειας ασθενούς», ώστε να καθορίζονται οι περιπτώσεις που θα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διερεύνησης.
Συγκεκριμένα, στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται περιστατικά, πράξεις ή παραλείψεις κατά την παροχή υπηρεσιών υγείας που είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο ασθενούς.
Παράλληλα, καλύπτονται περιπτώσεις σοβαρής σωματικής, νευρολογικής, ψυχικής ή αναπτυξιακής βλάβης, εφόσον η βλάβη είναι μόνιμη ή παρατεταμένη.
Στον ορισμό περιλαμβάνονται επίσης περιστατικά που προκαλούν απώλεια οργάνου, μέλους ή σημαντικής σωματικής λειτουργίας.
Ξεχωριστή πρόνοια αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες η ζωή ή η υγεία του ασθενούς τέθηκε σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο, με αποτέλεσμα να απαιτηθεί επείγουσα παρέμβαση για την αποτροπή θανάτου ή σοβαρής βλάβης.
Επιπλέον, παρέχεται η δυνατότητα διερεύνησης περιστατικών με άλλες συνέπειες ανάλογης σοβαρότητας, εφόσον εγείρουν ζητήματα ασφάλειας ή ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.
Η συγκεκριμένη διατύπωση επιτρέπει την εξέταση σοβαρών περιστατικών ακόμη και όταν δεν έχει επέλθει θάνατος.
Έρευνες χωρίς τη συγκατάθεση των εμπλεκομένων
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά την κατάργηση της ανάγκης συγκατάθεσης των εμπλεκόμενων επαγγελματιών υγείας ή παρόχων στις συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Με την τροποποίηση του άρθρου 5 του βασικού νόμου προβλέπεται ότι, όταν το Κέντρο αποφασίζει να διερευνήσει σοβαρό συμβάν ασφάλειας ασθενούς, δεν απαιτείται συγκατάθεση για τη διενέργεια κλινικού ελέγχου, επιθεώρησης ή αξιολόγησης που είναι αναγκαία για τη διερεύνηση.
Η πρόνοια αφορά τόσο τους δημόσιους όσο και τους ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών υγείας.
Ωστόσο, η ενεργοποίηση του μηχανισμού δεν θα είναι υποχρεωτική για κάθε περιστατικό.
Αντίθετα, το Εθνικό Κέντρο θα αποφασίζει εάν δικαιολογείται η διερεύνηση, αξιολογώντας τη σοβαρότητα της βλάβης, την πιθανότητα επανάληψης του συμβάντος και την ύπαρξη ενδείξεων κλινικού, οργανωτικού ή συστημικού προβλήματος.
Παράλληλα, θα μπορεί να λαμβάνει υπόψη τη συχνότητα παρόμοιων περιστατικών και κατά πόσο έχει ήδη πραγματοποιηθεί άλλη επαρκής και ανεξάρτητη κλινική διερεύνηση.
Υποχρεωτική πρόσβαση στους ιατρικούς φακέλους
Ξεχωριστές πρόνοιες περιλαμβάνονται για τη συνεργασία των νοσηλευτηρίων με το Εθνικό Κέντρο κατά τη διάρκεια των ερευνών.
Συγκεκριμένα, μετά τη γνωστοποίηση της απόφασης για διερεύνηση σοβαρού περιστατικού, ο πάροχος υπηρεσιών υγείας θα υποχρεούται να θέτει στη διάθεση του Κέντρου, κατόπιν αιτήματος και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τον ιατρικό φάκελο και κάθε άλλη συναφή κλινική τεκμηρίωση.
Παράλληλα, θα πρέπει να παραχωρούνται τα πρωτόκολλα, οι εσωτερικές οδηγίες και οι διαδικασίες που ίσχυαν κατά τον χρόνο του περιστατικού.
Η πρόσβαση θα επεκτείνεται και σε στοιχεία που αφορούν τη στελέχωση του νοσηλευτηρίου, τις βάρδιες και την κατανομή καθηκόντων του προσωπικού.
Επιπλέον, το Κέντρο θα μπορεί να ζητά δεδομένα και καταγραφές από ιατροτεχνολογικό εξοπλισμό ή πληροφοριακά συστήματα, εφόσον συνδέονται με το υπό διερεύνηση περιστατικό.
Σύμφωνα με την πρόταση, η πρόσβαση και η επεξεργασία των συγκεκριμένων στοιχείων θα περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για τη διερεύνηση, με παράλληλη τήρηση της νομοθεσίας για την προστασία προσωπικών δεδομένων και του ιατρικού απορρήτου.
Τι θα γίνεται σε περίπτωση άρνησης συνεργασίας
Η πρόταση νόμου προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες πάροχος υπηρεσιών υγείας αρνείται αδικαιολόγητα ή παραλείπει να συνεργαστεί με το Εθνικό Κέντρο.
Σε μια τέτοια περίπτωση, το Κέντρο θα καταγράφει την άρνηση ή την παράλειψη και θα μπορεί να γνωστοποιεί το γεγονός στην αρμόδια εποπτική, αδειοδοτική ή άλλη αρχή.
Η αρμόδια αρχή θα μπορεί ακολούθως να εξετάζει το ζήτημα στο πλαίσιο των νόμιμων αρμοδιοτήτων της.
Σημειώνεται ότι η πρόταση δεν θεσπίζει αυτοτελές χρηματικό πρόστιμο που θα επιβάλλεται απευθείας από το Εθνικό Κέντρο για τη συγκεκριμένη παράλειψη.
Αντίθετα, προβλέπει δυνατότητα παραπομπής του ζητήματος στις αρμόδιες αρχές.
Ανεξάρτητοι ελεγκτές χωρίς σύγκρουση συμφερόντων
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας των προσώπων που θα αναλαμβάνουν τη διερεύνηση των περιστατικών.
Σύμφωνα με την προτεινόμενη νομοθεσία, το Κέντρο θα μπορεί να αναθέτει τη διερεύνηση σε ένα ή περισσότερα μέλη του προσωπικού του ή σε άλλα πρόσωπα που το υποβοηθούν σύμφωνα με τον βασικό νόμο.
Ωστόσο, δεν θα επιτρέπεται η συμμετοχή προσώπων που είχαν εμπλοκή στην παροχή των υπηρεσιών υγείας οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης.
Αντίστοιχα, θα αποκλείονται πρόσωπα που υπηρετούν ή υπηρετούσαν κατά τον χρόνο του περιστατικού στον εμπλεκόμενο πάροχο υπηρεσιών υγείας.
Απαγορευτική θα είναι επίσης η ύπαρξη άμεσου προσωπικού, οικονομικού ή επαγγελματικού συμφέροντος από την έκβαση της διερεύνησης.
Η πρόταση καλύπτει και οποιαδήποτε άλλη σχέση ή περίσταση η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει εύλογες αμφιβολίες για την αμεροληψία των ελεγκτών.
Παράλληλες έρευνες με την Αστυνομία
Σημαντική πρόνοια αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες για το ίδιο περιστατικό βρίσκεται σε εξέλιξη ποινική ή πειθαρχική έρευνα.
Σύμφωνα με την πρόταση, η ύπαρξη παράλληλης ποινικής διαδικασίας δεν θα συνεπάγεται αυτομάτως την αναστολή της κλινικής διερεύνησης του Εθνικού Κέντρου.
Αντίθετα, οι δύο διαδικασίες θα μπορούν να εξελίσσονται παράλληλα, με πρόβλεψη για συντονισμό μεταξύ του Κέντρου και της αρμόδιας ανακριτικής αρχής.
Ο συντονισμός θα αφορά κυρίως τη συλλογή, τη διαφύλαξη και την εξέταση στοιχείων, προκειμένου να μην επηρεάζεται η ακεραιότητα της ποινικής έρευνας.
Εάν συγκεκριμένη ενέργεια του Κέντρου ενδέχεται να επηρεάσει ουσιωδώς μια πράξη της ποινικής διερεύνησης, θα προβλέπεται συντονισμός ως προς τον τρόπο ή τον χρόνο πραγματοποίησής της.
Ωστόσο, η συγκεκριμένη διευθέτηση δεν θα συνεπάγεται αναστολή ολόκληρης της κλινικής διερεύνησης.
Παράλληλα, διευκρινίζεται ότι δεν επηρεάζονται οι νόμιμες αρμοδιότητες της Αστυνομίας, του Γενικού Εισαγγελέα ή οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής.
Πορίσματα για την αποτροπή νέων περιστατικών
Βασικός σκοπός της προτεινόμενης διαδικασίας θα είναι η αναγνώριση των παραγόντων που οδήγησαν σε ένα σοβαρό περιστατικό και η διατύπωση εισηγήσεων για την αποτροπή επανάληψής του.
Στο πλαίσιο αυτό, το Εθνικό Κέντρο θα εξετάζει κατά πόσο τηρήθηκαν τα ισχύοντα κλινικά πρωτόκολλα, οι κατευθυντήριες οδηγίες και τα πρότυπα ποιότητας.
Παράλληλα, θα αξιολογεί ενδεχόμενες οργανωτικές αδυναμίες, προβλήματα στελέχωσης και συστημικές αστοχίες που ενδέχεται να συνέβαλαν στο περιστατικό.
Με την ολοκλήρωση της διερεύνησης, το Κέντρο θα καταγράφει τα πορίσματα και τις συστάσεις του, τις οποίες θα μπορεί να αξιοποιεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για τη βελτίωση της ασφάλειας των ασθενών.
Ωστόσο, δεν προβλέπεται ότι τα πορίσματα θα αποτελούν αποφάσεις περί ιατρικής αμέλειας ή θα καθορίζουν ποινική, αστική ή πειθαρχική ευθύνη.
Το κενό που επικαλούνται οι εισηγητές
Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, η πρόταση νόμου κρίθηκε αναγκαία επειδή σοβαρά περιστατικά που καταγράφονται κατά καιρούς σε δημόσια και ιδιωτικά νοσηλευτήρια αναδεικνύουν την απουσία αποτελεσματικού ανεξάρτητου μηχανισμού κλινικής διερεύνησης.
Οι εισηγητές υποστηρίζουν ότι το κενό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές σε περιπτώσεις σοβαρής βλάβης ασθενούς χωρίς θάνατο, στις οποίες δεν τίθεται ζήτημα θανατικής ανάκρισης.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί παραπόνων δεν έχουν αρμοδιότητα εξέτασης ζητημάτων ιατρικής αμέλειας.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, οι ασθενείς ή οι οικογένειές τους συχνά καταφεύγουν στα πολιτικά δικαστήρια, διεκδικώντας αποζημιώσεις μέσω διαδικασιών που ενδέχεται να είναι ιδιαίτερα δαπανηρές και χρονοβόρες.
Ωστόσο, όπως τονίζεται, η δικαστική διεκδίκηση αποζημιώσεων δεν υποκαθιστά έναν ανεξάρτητο μηχανισμό κλινικής διερεύνησης, ο οποίος θα εξετάζει τις αιτίες ενός περιστατικού και θα προτείνει μέτρα για την αποτροπή αντίστοιχων συμβάντων στο μέλλον.
Με την προτεινόμενη ρύθμιση δεν δημιουργείται νέα αυτοτελής αποστολή για το Εθνικό Κέντρο, αλλά εξειδικεύεται ο τρόπος άσκησης των ήδη θεσμοθετημένων αρμοδιοτήτων του για τον κλινικό έλεγχο, την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας.
Η πρόταση θα πρέπει να ολοκληρώσει τη διαδικασία κοινοβουλευτικής εξέτασης και ψήφισης προτού οι συγκεκριμένες εξουσίες καταστούν μέρος του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου.
Ο περί του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης.pdf
Του Λοΐζου Ττοφαλλή
