ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Το λίπος στον οργανισμό μας "λειτουργεί" ως ξεχωριστό όργανο

11 Μαρτίου 2026, 07:00

images

Για πολλές δεκαετίες, ο λιπώδης ιστός (δηλαδή το σωματικό λίπος) θεωρούνταν απλώς ένας χώρος αποθήκευσης ενέργειας που χρησιμοποιεί το σώμα για μόνωση και καύσιμα. Ωστόσο, η σύγχρονη επιστημονική έρευνα έχει δείξει ότι το λίπος λειτουργεί περισσότερο σαν ενεργό όργανο. Παράγει ορμόνες και επικοινωνεί με τον εγκέφαλο και το ανοσοποιητικό σύστημα μέσω βιολογικών σημάτων. Οι περισσότεροι άνθρωποι ανησυχούν κυρίως για το λίπος που είναι ορατό στο σώμα και μπορεί να «πιαστεί» κάτω από το δέρμα. Παρόλα αυτά, οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι το λεγόμενο σπλαχνικό λίπος (visceral fat), δηλαδή το «κρυμμένο» λίπος που περιβάλλει τα εσωτερικά όργανα, είναι πολύ πιο επικίνδυνο για την υγεία. Το συγκεκριμένο λίπος βρίσκεται βαθιά στην κοιλιακή χώρα και μπορεί να επιταχύνει τη γήρανση των οργάνων και να συμβάλει στην εμφάνιση χρόνιων ασθενειών.

Παράλληλα, για πολλά χρόνια οι διατροφικές οδηγίες υποστήριζαν την περιορισμένη κατανάλωση λίπους, ιδιαίτερα κορεσμένων λιπαρών, όπως το βούτυρο, τα πλήρη γαλακτοκομικά προϊόντα και το κόκκινο κρέας. Οι επίσημες συστάσεις πρότειναν τα κορεσμένα λιπαρά να μην ξεπερνούν περίπου το 10% των ημερήσιων θερμίδων.

Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έχουν αρχίσει να αμφισβητούν αυτό το όριο. Ορισμένες μελέτες δείχνουν ότι σε άτομα που έχουν χαμηλό κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων και φυσιολογικά επίπεδα χοληστερόλης, η κατανάλωση κορεσμένων λιπαρών μπορεί να μην έχει τόσο μεγάλη αρνητική επίδραση όσο πιστευόταν παλαιότερα. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικό ρόλο παίζει όχι μόνο το πόσο λίπος καταναλώνει κάποιος, αλλά και τι είδους λίπος αντικαθιστά όταν μειώνει ένα άλλο.

Τρεις ειδικοί στη διατροφή και την ιατρική — η διαιτολόγος Michelle Routhenstein, η διατροφολόγος Kristin Kirkpatrick και ο βαριατρικός χειρουργός Hector Perez — τόνισαν ότι η παλαιότερη συμβουλή για δραστική μείωση των λιπαρών τροφών θεωρείται πλέον ξεπερασμένη.

Σύμφωνα με τη Routhenstein, η σύγχρονη επιστήμη δίνει μεγαλύτερη σημασία στο συνολικό διατροφικό πρότυπο και στην ποιότητα των λιπαρών, παρά στη μείωση της συνολικής ποσότητας λίπους. Ο Perez υποστήριξε επίσης ότι πολλά τρόφιμα που διαφημίζονται ως «χωρίς λιπαρά» περιέχουν μεγάλες ποσότητες ζάχαρης για να διατηρήσουν τη γεύση τους.

Σε γενικές γραμμές, η συνολική πρόσληψη λίπους θεωρείται υγιής όταν αντιστοιχεί περίπου στο 20–35% των ημερήσιων θερμίδων, ενώ τα κορεσμένα λιπαρά συνιστάται να μην υπερβαίνουν το 10% των θερμίδων, ανάλογα πάντα με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο του κάθε ατόμου.

Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η ποιότητα της διατροφής είναι σημαντικότερη από την απλή καταμέτρηση των μακροθρεπτικών συστατικών. Για περίπου 40 χρόνια η βιομηχανία τροφίμων αφαίρεσε τα λιπαρά από πολλά προϊόντα και τα αντικατέστησε με επεξεργασμένους υδατάνθρακες και ζάχαρη. Το αποτέλεσμα ήταν η αύξηση της παχυσαρκίας και του διαβήτη τύπου 2.

Σύγχρονες επιστημονικές αποδείξεις δείχνουν ότι ο τύπος λίπους που καταναλώνεται έχει μεγαλύτερη σημασία από την ποσότητα. Τα «καλά» λιπαρά μπορούν να βελτιώσουν τα επίπεδα χοληστερόλης, να μειώσουν τη φλεγμονή και να συμβάλουν στη ρύθμιση της όρεξης.

Όταν κάποιος προσπαθεί να μειώσει τα κορεσμένα λιπαρά, συνιστάται να τα αντικαθιστά με μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά, τα οποία μπορούν να μειώσουν την LDL («κακή») χοληστερόλη. Παραδείγματα υγιεινών πηγών λιπαρών είναι το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, το αβοκάντο, οι ξηροί καρποί, οι σπόροι και τα λιπαρά ψάρια όπως ο σολομός.

Ένα σημαντικό ζήτημα που τονίζουν οι ειδικοί είναι ότι το σωματικό βάρος ή ο Δείκτης Μάζας Σώματος (BMI) δεν αποτελούν πάντα αξιόπιστο δείκτη υγείας. Υπάρχουν άτομα που φαίνονται αδύνατα αλλά παρουσιάζουν μεταβολικά προβλήματα, όπως λιπώδες ήπαρ, αυξημένα τριγλυκερίδια ή αντίσταση στην ινσουλίνη. Αυτό το φαινόμενο ονομάζεται συχνά “TOFI” (Thin Outside, Fat Inside), δηλαδή «αδύνατος εξωτερικά αλλά με εσωτερικό λίπος». Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να υπάρχει σημαντική ποσότητα σπλαχνικού λίπους γύρω από τα όργανα, ακόμη κι αν το άτομο φαίνεται λεπτό.

Η κατάσταση αυτή συχνά αναφέρεται και ως “skinny fat” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η υπερβολική συσσώρευση λίπους στο σώμα αποτελεί βασικό παράγοντα ανάπτυξης του μεταβολικού συνδρόμου, το οποίο αυξάνει τον κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακά νοσήματα και υψηλή χοληστερόλη.

Οι ειδικοί τονίζουν επίσης ότι η θέση του λίπους στο σώμα μπορεί να είναι πιο σημαντική από τη συνολική ποσότητα. Το σπλαχνικό λίπος που βρίσκεται γύρω από τα όργανα συνδέεται με φλεγμονή, αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αντίθετα, το υποδόριο λίπος, δηλαδή το λίπος κάτω από το δέρμα, λειτουργεί περισσότερο ως «μόνωση» και είναι λιγότερο επιβλαβές μεταβολικά. Για τον λόγο αυτό, οι ειδικοί προτείνουν να αξιολογείται η υγεία με πιο ολοκληρωμένους δείκτες, όπως η περίμετρος μέσης, η αρτηριακή πίεση, τα επίπεδα χοληστερόλης, γλυκόζης και ινσουλίνης, καθώς και δείκτες φλεγμονής, αντί να βασιζόμαστε αποκλειστικά στο βάρος ή στη ζυγαριά.

Συνολικά, η σύγχρονη επιστήμη δείχνει ότι η υγεία δεν εξαρτάται απλώς από το πόσο λίπος έχει κάποιος στο σώμα ή στη διατροφή του, αλλά από το είδος του λίπους, τη θέση του στο σώμα και τη συνολική ποιότητα της διατροφής και του τρόπου ζωής.



Σχετικά Άρθρα