Νέα δεδομένα για τη σύνδεση των Νόσων Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον και τις διαφορές στα δύο φύλα
09 Μαρτίου 2026, 10:00
Η Νόσος Αλτσχάιμερ επηρεάζει περισσότερους από 7 εκατομμύρια ηλικιωμένους στις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους τόσους στην ΕΕ το 2025, και οι επιστήμονες εκτιμούν ότι ο αριθμός αυτός θα διπλασιαστεί μέχρι το 2060. Η νόσος εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες και οι γυναίκες παρουσιάζουν συχνά ταχύτερη γνωστική επιδείνωση. Πρόσφατη μελέτη από την Mayo Clinic εξέτασε τη σχέση μεταξύ της Νόσου Αλτσχάιμερ, του βιολογικού φύλου και μιας πρωτεΐνης που συνδέεται κυρίως με τη Νόσο Πάρκινσον, της άλφα-συνουκλεΐνης (alpha-synuclein), ώστε να διαπιστωθεί αν αυτή επηρεάζει την εξέλιξη της νόσου. Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA Network Open.
Η Νόσος Αλτσχάιμερ είναι μια εκφυλιστική διαταραχή του εγκεφάλου που επιδεινώνεται σταδιακά και επηρεάζει τη μνήμη, τη σκέψη και την καθημερινή λειτουργικότητα. Αν και δεν υπάρχει οριστική θεραπεία, ορισμένα φάρμακα, όπως οι αναστολείς χολινεστεράσης και η μεμαντίνη, μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση των συμπτωμάτων και να επιβραδύνουν τη γνωστική έκπτωση σε ορισμένους ασθενείς. Επιπλέον, νέες ανοσοθεραπείες μπορούν να βοηθήσουν σε πρώιμα στάδια της νόσου μειώνοντας τις πρωτεϊνικές πλάκες στον εγκέφαλο.
Η Νόσος Πάρκινσον είναι επίσης μια προοδευτική νευρολογική διαταραχή που προκαλεί κυρίως κινητικά συμπτώματα, όπως τρόμο και μυϊκή δυσκαμψία. Όπως και στο Αλτσχάιμερ, δεν υπάρχει θεραπεία, αλλά υπάρχουν φαρμακευτικές αγωγές που μπορούν να βοηθήσουν στον έλεγχο των συμπτωμάτων.
Παρότι οι δύο ασθένειες είναι διαφορετικές, παρουσιάζουν ορισμένες βιολογικές ομοιότητες. Και οι δύο σχετίζονται με παθολογική συσσώρευση πρωτεϊνών στον εγκέφαλο. Στη Νόσο Αλτσχάιμερ συσσωρεύεται κυρίως η πρωτεΐνη Τ, ενώ στη Νόσο Πάρκινσον η άλφα-συνουκλεΐνη. Εξαιτίας αυτών των ομοιοτήτων, οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν η πρωτεΐνη που σχετίζεται με το Πάρκινσον θα μπορούσε να επηρεάζει και την εξέλιξη της Αλτσχάιμερ.
Για τον σκοπό αυτό ανέλυσαν δεδομένα από 415 συμμετέχοντες της ερευνητικής πρωτοβουλίας Alzheimer’s Disease Neuroimaging Initiative. Οι συμμετέχοντες περιλάμβαναν άτομα που ήταν γνωστικά υγιή, αλλά και άτομα με ήπια γνωστική διαταραχή ή άνοια. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν εξετάσεις εγκεφαλονωτιαίου υγρού και απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου για να μετρήσουν τα επίπεδα των πρωτεϊνών άλφα-συνουκλεΐνης και Τ.
Τα δεδομένα συλλέχθηκαν από το 2015 έως το 2023, με μέσο χρόνο παρακολούθησης περίπου 1,23 χρόνια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι περίπου 21,5% των ανδρών είχαν θετικό αποτέλεσμα για λανθασμένα αναδιπλωμένη άλφα-συνουκλεΐνη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στις γυναίκες ήταν περίπου 12%.
Παρά το γεγονός ότι η πρωτεΐνη εμφανιζόταν συχνότερα στους άνδρες, φάνηκε να έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση στις γυναίκες. Οι γυναίκες που είχαν θετική ένδειξη για άλφα-συνουκλεΐνη παρουσίασαν πολύ ταχύτερη συσσώρευση της πρωτεΐνης tau με την πάροδο του χρόνου. Συγκεκριμένα, η συσσώρευση αυτή συνέβαινε περίπου 20 φορές πιο γρήγορα σε σχέση με τους άνδρες που είχαν τα ίδια μη φυσιολογικά επίπεδα πρωτεΐνης.
Τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η άλφα-συνουκλεΐνη μπορεί να λειτουργεί ως επιταχυντής της νόσου Αλτσχάιμερ στις γυναίκες. Αυτό θα μπορούσε να εξηγεί γιατί οι γυναίκες αποτελούν περίπου τα δύο τρίτα των περιπτώσεων Αλτσχάιμερ στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης, Elijah Mak, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα δείχνουν πως το βιολογικό φύλο πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη στην ερμηνεία των ερευνών για την άνοια. Παράλληλα, τόνισε ότι ο αριθμός των γυναικών με θετική άλφα-συνουκλεΐνη στο δείγμα ήταν σχετικά μικρός και ότι χρειάζονται επιπλέον μελέτες για την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων.
Η ψυχίατρος Christina Ni ανέφερε ότι το εύρημα είναι σημαντικό, επειδή δείχνει πως η εξέλιξη της παθολογίας του Αλτσχάιμερ δεν είναι ίδια στα δύο φύλα όταν υπάρχουν επιπλέον ανωμαλίες πρωτεϊνών στον εγκέφαλο. Σύμφωνα με την ίδια, αυτό αλλάζει τον τρόπο που κατανοούμε τη διαφορά μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς φαίνεται ότι οι γυναίκες μπορεί να έχουν βιολογικά διαφορετική πορεία της νόσου.
Ο νευρολόγος Daniel Truong επισήμανε ότι η μελέτη είναι επιστημονικά σημαντική, αλλά δεν αλλάζει ακόμη άμεσα την κλινική πρακτική. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να συμβάλει στην καλύτερη κατανόηση των διαφορών μεταξύ φύλων και στην ανάπτυξη μελλοντικών κλινικών δοκιμών που βασίζονται σε βιοδείκτες.
Παρότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι άνδρες και γυναίκες πρέπει να αντιμετωπίζονται διαφορετικά σήμερα, υποδηλώνουν ότι στο μέλλον οι θεραπευτικές στρατηγικές ενδέχεται να χρειαστεί να λαμβάνουν υπόψη τόσο το φύλο όσο και τις συγκεκριμένες πρωτεϊνικές παθολογίες, ώστε η θεραπεία να προσαρμόζεται καλύτερα στις ανάγκες κάθε ασθενούς.
