Η γενετική επίδραση στο προσδόκιμο ζωής είναι μεγαλύτερη από ό,τι πιστεύαμε
16 Απριλίου 2026, 09:00
Για πολλά χρόνια, οι επιστήμονες πίστευαν ότι η Gενετική παίζει σχετικά μικρό ρόλο στη διάρκεια ζωής. Παλαιότερες εκτιμήσεις έδειχναν ότι οι κληρονομικοί παράγοντες εξηγούν περίπου το 20% έως 25% των διαφορών στη διάρκεια ζωής, ενώ ορισμένες μεγάλες μελέτες τοποθετούσαν το ποσοστό ακόμη και κάτω από 10%. Nέα μελέτη από το Weizmann Institute of Science, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, αμφισβητεί αυτή τη μακροχρόνια αντίληψη. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι η Γενετική μπορεί να ευθύνεται για περίπου το μισό της διαφοροποίησης στη διάρκεια ζωής των ανθρώπων, δηλαδή τουλάχιστον διπλάσιο ποσοστό από προηγούμενες εκτιμήσεις. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Ben Shenhar στο εργαστήριο του καθηγητή Uri Alon, στο Τμήμα Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας του ινστιτούτου.
Για πολλά χρόνια, η διάρκεια ζωής θεωρούνταν ότι επηρεάζεται κυρίως από μη γενετικούς παράγοντες, όπως ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον. Αυτή η αντίληψη οδήγησε σε σκεπτικισμό σχετικά με το κατά πόσο τα γονίδια παίζουν ουσιαστικό ρόλο στη μακροζωία. Ωστόσο, τα νέα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η γενετική επίδραση μπορεί να είναι πολύ ισχυρότερη από ό,τι πιστευόταν.
Γιατί οι παλαιότερες εκτιμήσεις ήταν λανθασμένες
Για να φτάσουν στα συμπεράσματά τους, οι ερευνητές ανέλυσαν τρεις μεγάλες βάσεις δεδομένων διδύμων από τη Σουηδία και τη Δανία. Για πρώτη φορά σε αυτού του είδους την έρευνα, συμπεριλήφθηκαν δεδομένα από δίδυμα που είχαν μεγαλώσει χωριστά. Αυτό επέτρεψε στους επιστήμονες να διαχωρίσουν πιο καθαρά τις γενετικές επιδράσεις από τις περιβαλλοντικές.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι παλαιότερες εκτιμήσεις επηρεάζονταν από αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «εξωγενή θνησιμότητα» (extrinsic mortality). Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν θάνατοι που προκαλούνται από ατυχήματα, λοιμώξεις και άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες. Επειδή τα παλαιότερα σύνολα δεδομένων δεν περιλάμβαναν λεπτομερείς αιτίες θανάτου, δεν ήταν δυνατό να διαχωριστούν οι θάνατοι που σχετίζονταν με τη φυσιολογική γήρανση από εκείνους που οφείλονταν σε εξωτερικούς παράγοντες.
Για να ξεπεράσουν αυτή τη δυσκολία, οι επιστήμονες δημιούργησαν μια νέα αναλυτική μέθοδο. Χρησιμοποίησαν μαθηματικά μοντέλα και προσομοιώσεις «εικονικών διδύμων», ώστε να διακρίνουν τους θανάτους που οφείλονται στη γήρανση από εκείνους που προκαλούνται από εξωτερικούς παράγοντες. Αφαιρώντας την επίδραση αυτών των εξωτερικών αιτιών, εντόπισαν ένα πολύ ισχυρότερο γενετικό «σήμα» από ό,τι είχε αναγνωριστεί στο παρελθόν. Τα αποτελέσματα συμφωνούν με ευρήματα που έχουν παρατηρηθεί και σε άλλα σύνθετα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, καθώς και σε μελέτες σε ζώα.
Ένα εντυπωσιακό εύρημα αφορά τη νόσο της άνοιας. Μέχρι την ηλικία των 80 ετών, ο κίνδυνος θανάτου από άνοια παρουσιάζει κληρονομικότητα περίπου 70%, ποσοστό πολύ υψηλότερο από εκείνο που σχετίζεται με ασθένειες όπως ο καρκίνος ή οι καρδιοπάθειες.
Επιπτώσεις για την έρευνα και την Iατρική
Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης μπορεί να αλλάξουν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιστήμονες αντιλαμβάνονται τη γήρανση και τη μακροζωία. Αν η γενετική έχει μεγαλύτερο ρόλο από ό,τι θεωρούσαμε μέχρι σήμερα, τότε ενισχύεται η ανάγκη για εντοπισμό συγκεκριμένων γονιδίων που επηρεάζουν τη διάρκεια ζωής.
Όπως αναφέρει ο Shenhar, για πολλά χρόνια η διάρκεια ζωής θεωρούνταν ότι διαμορφώνεται σχεδόν αποκλειστικά από μη γενετικούς παράγοντες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υπάρχει σημαντικός σκεπτικισμός σχετικά με το κατά πόσο είναι εφικτό να εντοπιστούν γενετικοί παράγοντες που επηρεάζουν τη μακροζωία. Αντίθετα, αν η κληρονομικότητα είναι πράγματι υψηλή -όπως δείχνουν τα νέα ευρήματα- τότε δημιουργείται ισχυρό κίνητρο για την αναζήτηση γονιδιακών παραλλαγών που μπορούν να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής.
Η ανακάλυψη τέτοιων γονιδίων θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν βαθύτερα τη βιολογία της γήρανσης και, ενδεχομένως, να αναπτύξουν θεραπείες που να αντιμετωπίζουν τις αιτίες της. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέες ιατρικές προσεγγίσεις που θα στοχεύουν όχι μόνο στην αντιμετώπιση ασθενειών, αλλά και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής κατά τη γήρανση.
Η έρευνα του καθηγητή Uri Alon υποστηρίζεται από διάφορους οργανισμούς και ερευνητικά ιδρύματα, όπως το Sagol Institute for Longevity Research, το Knell Family Institute for Artificial Intelligence, το Moross Integrated Cancer Center, το David and Fela Shapell Family Center for Genetic Disorders Research, το Zuckerman STEM Leadership Program και το Rising Tide Foundation.
Tags: DNA, γενετική, προσδόκιμο ζωής
