Η μακροζωία καθορίζεται κυρίως από τα γονίδιά μας
03 Φεβρουαρίου 2026, 07:00
Για πολλά χρόνια, οι επιστήμονες πίστευαν ότι το προσδόκιμο ζωής καθορίζεται κυρίως από τον τρόπο ζωής. Nέα μελέτη, ωστόσο, δείχνει ότι η Γενετική παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα γονίδια ευθύνονται για πάνω από το 50% των διαφορών στο πόσα χρόνια ζουν οι άνθρωποι, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από προηγούμενες εκτιμήσεις. Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science, υποστηρίζει ότι η μακροζωία μοιάζει με άλλα πολύπλοκα χαρακτηριστικά, όπως τα επίπεδα χοληστερόλης ή ο κίνδυνος οστεοπόρωσης: επηρεάζεται από πολλά γονίδια, αλλά και από το περιβάλλον και τις συνθήκες ζωής. Η Δρ. Deborah Kado από το Stanford Longevity Center, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα δεν την εκπλήσσουν, καθώς τα περισσότερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου είναι προϊόν τόσο της φύσης όσο και της ανατροφής.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής συγγραφέα της μελέτης, Uri Alon από το Weizmann Institute of Science στο Ισραήλ, οι προηγούμενες έρευνες υποτίμησαν τον ρόλο της γενετικής επειδή βασίζονταν σε δεδομένα από ανθρώπους που γεννήθηκαν πριν από τον 19ο αιώνα. Εκείνη την εποχή, οι περισσότεροι πέθαιναν σε νεαρή ηλικία από λοιμώδη νοσήματα, ατυχήματα και κακές συνθήκες υγιεινής, πριν την εμφάνιση εμβολίων, φαρμάκων και σύγχρονων μέτρων ασφάλειας. Αυτοί οι παράγοντες «σκίαζαν» την επίδραση των γονιδίων. Όταν αφαιρέθηκαν από την ανάλυση, η γενετική επίδραση φάνηκε καθαρότερα.
Παρότι περίπου το 55% της διάρκειας ζωής φαίνεται να είναι γενετικά προκαθορισμένο, το υπόλοιπο 45% παραμένει ανοιχτό. Όπως εξηγεί ο Alon, ένα μέρος οφείλεται στην τύχη και ένα άλλο στις προσωπικές επιλογές. Παράγοντες όπως η άσκηση, η διατροφή και η κοινωνική σύνδεση μπορούν να μετατοπίσουν το γενετικά προβλεπόμενο προσδόκιμο ζωής κατά περίπου πέντε χρόνια. Έτσι, ένα άτομο με γενετική προδιάθεση για 80 χρόνια ζωής μπορεί να φτάσει τα 85 με υγιεινές συνήθειες, ή αντίθετα να μειώσει το προσδόκιμό του στα 75 με ανθυγιεινό τρόπο ζωής. Ωστόσο, οι καλές συνήθειες δεν μπορούν να υπερβούν δραστικά τα γενετικά όρια.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το προσδόκιμο ζωής έφτασε το 2024 τα 79 χρόνια, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί, μετά από πτώση κατά την πανδημία Covid-19. Η Kado επισημαίνει ότι τα προϊόντα που υπόσχονται μακροζωία δεν αποτελούν λύση· η πραγματική διαφορά προέρχεται από τη φυσική δραστηριότητα, τη σωστή διατροφή και τις κοινωνικές σχέσεις.
Αν και έχουν εντοπιστεί γονίδια που επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά τη γήρανση, η μακροζωία δεν εξαρτάται από ένα μόνο γονίδιο. Όπως τονίζει η Kado, η βιολογία είναι εξαιρετικά πολύπλοκη και πολλά από τα στοιχεία που καθορίζουν τη βιολογική ηλικία παραμένουν άγνωστα. Παρ’ όλα αυτά, η καλύτερη κατανόηση των γενετικών μηχανισμών μπορεί στο μέλλον να οδηγήσει σε παρεμβάσεις που θα στοχεύουν τους βασικούς μηχανισμούς της γήρανσης, αντί για μεμονωμένες ασθένειες.
Τέλος, ο καθηγητής Dan Arking από το Johns Hopkins University θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: έχει μεγαλύτερη σημασία η παράταση της ζωής ή η παράταση της ζωής με καλή υγεία; Πολλοί επιστήμονες συμφωνούν ότι τα επιπλέον χρόνια έχουν αξία μόνο αν συνοδεύονται από ποιότητα ζωής. Άλλωστε, αν και το μέσο προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία 150 χρόνια, το ανώτατο όριο -περίπου 120-122 έτη- παραμένει σχεδόν αμετάβλητο.
Η μελέτη, σύμφωνα με τον Alon, επαναφέρει τη Γενετική στο επίκεντρο της συζήτησης για τη μακροζωία και ανοίγει τον δρόμο για μελλοντική έρευνα. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η διάρκεια ζωής είναι αποτέλεσμα τόσο της φύσης όσο και της ανατροφής, σε μια ισορροπία σχεδόν ίση μεταξύ γονιδίων και επιλογών.
