Πότε κορυφώνεται η σεξουαλικότητα του άνδρα; Όχι πάντως στα 20...
27 Μαρτίου 2026, 18:00
Nέα μελέτη έρχεται να αμφισβητήσει τη διαδεδομένη άποψη ότι η ανδρική σεξουαλική επιθυμία μειώνεται ήδη από τα 20, αναδεικνύοντας τον σημαντικό ρόλο που παίζουν οι ατομικές διαφορές και όχι μόνο η βιολογία. Οι άνδρες που ανησυχούν ότι θα χάσουν τη σεξουαλική τους διάθεση μετά τη νεότητα δεν χρειάζεται να προβληματίζονται ιδιαίτερα, καθώς νέα έρευνα δείχνει ότι η επιθυμία μπορεί να κορυφώνεται γύρω στα 40.
Μέχρι σήμερα, η σεξουαλική επιθυμία μετριόταν κυρίως σε σχέση με τα επίπεδα των ορμονών. Η τεστοστερόνη, η ορμόνη που σχετίζεται με τη σεξουαλική επιθυμία στους άνδρες, αρχίζει να μειώνεται περίπου κατά 1% τον χρόνο μετά τα 30, σύμφωνα με το Εθνικό Σύστημα Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου. Αυτό έχει οδηγήσει στην ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι οι άνδρες βρίσκονται στο αποκορύφωμα της επιθυμίας τους στη δεκαετία των 20.
Ωστόσο, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Τάρτου στην Εσθονία κατέληξαν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Αναλύοντας δεδομένα από περισσότερους από 67.000 ενήλικες ηλικίας 20 έως 84 ετών, διαπίστωσαν ότι η ανδρική λίμπιντο συνεχίζει να αυξάνεται μέχρι τις αρχές της δεκαετίας των 40 και στη συνέχεια αρχίζει να μειώνεται σταδιακά.
Όπως εξήγησε ο καθηγητής Toivo Aavik, οι ορμόνες παίζουν σημαντικό ρόλο, αλλά δεν εξηγούν από μόνες τους την εικόνα. Η σημασία τους αλλάζει κατά τη διάρκεια της ζωής, ενώ κοινωνικοί και διαπροσωπικοί παράγοντες επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη σεξουαλική επιθυμία.
Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Scientific Reports, υπογραμμίζει ότι η επιθυμία δεν είναι ένα απλό βιολογικό φαινόμενο, αλλά επηρεάζεται από ένα σύνολο ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που σχετίζονται με τη συνολική ικανοποίηση από τη ζωή. Η σεξουαλική επιθυμία αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης εμπειρίας, επηρεάζοντας τις σχέσεις, την οικειότητα και τη γενικότερη υγεία.
Επιπλέον, η έρευνα έδειξε ότι ορισμένα επαγγέλματα συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα σεξουαλικής επιθυμίας, όπως οι χειριστές μηχανημάτων, τα ανώτερα στελέχη, οι οδηγοί και τα άτομα που υπηρετούν στον στρατό. Αντίθετα, εργαζόμενοι σε γραφεία ή στον τομέα εξυπηρέτησης πελατών ανέφεραν χαμηλότερη επιθυμία.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να παίζει και η σεξουαλικότητα, καθώς τα άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως αμφιφυλόφιλα ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα επιθυμίας. Παράλληλα, όσοι βρίσκονται σε σταθερές και ευτυχισμένες σχέσεις παρουσίασαν μικρότερες αλλά θετικές αυξήσεις.
Όσον αφορά τις γυναίκες, τα αποτελέσματα ήταν διαφορετικά. Η γυναικεία σεξουαλική επιθυμία φαίνεται να κορυφώνεται μεταξύ 20 και 30 ετών και να μειώνεται σημαντικά μετά τα 50. Αυτό συνάδει με προηγούμενες έρευνες που συνδέουν τη μείωση των οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση με αλλαγές στη σεξουαλική δραστηριότητα.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι οι κοινωνικοί παράγοντες παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Παράγοντες όπως η φροντίδα των παιδιών, τα κοινωνικά στερεότυπα και το στίγμα μπορεί να επηρεάζουν τόσο την επιθυμία όσο και την προθυμία των γυναικών να την εκφράσουν.
Σύμφωνα με τον Aavik, η ανδρική σεξουαλική επιθυμία είναι πιο «ορατή» και κοινωνικά αποδεκτή, ενώ οι γυναίκες ενδέχεται να υποδηλώνουν χαμηλότερη επιθυμία σε έρευνες λόγω κοινωνικών πιέσεων ή αβεβαιότητας για το πώς ορίζεται η επιθυμία. Επιπλέον, η γυναικεία εμπειρία μπορεί να είναι πιο σύνθετη, καθώς η σωματική διέγερση δεν ταυτίζεται πάντα άμεσα με τη συνειδητή επιθυμία.
Για τον λόγο αυτό, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα πρέπει να θεωρούνται γενικές τάσεις και όχι απόλυτοι κανόνες. Η σεξουαλική επιθυμία διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο, ανεξαρτήτως φύλου. Για παράδειγμα, πολλές γυναίκες στη μελέτη ανέφεραν υψηλή επιθυμία, ενώ αρκετοί άνδρες χαμηλή. Τέλος, διαπιστώθηκε ότι η απόκτηση παιδιών επηρεάζει διαφορετικά τα δύο φύλα: στις γυναίκες η επιθυμία τείνει να μειώνεται, ενώ στους άνδρες να αυξάνεται.
Πάντως, η μελέτη δείχνει ότι η ανθρώπινη σεξουαλικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο πιστεύαμε, καθώς διαμορφώνεται από έναν συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων.
