Καρκίνος προστάτη: Δεν αρκεί η γενική μείωση του προστατικού αντιγόνου (PSA)
14 Αυγούστου 2026, 07:00
Μία σημαντική ένδειξη για την αποτελεσματικότητα της θεραπείας στον μεταστατικό καρκίνο του προστάτη ενδέχεται να αποτελεί η πτώση του ειδικού προστατικού αντιγόνου (PSA) σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Νέα μελέτη πραγματικών δεδομένων δείχνει ότι οι ασθενείς που, μετά την έναρξη της θεραπείας, επιτυγχάνουν επίπεδα PSA κάτω από 0,2 ng/mL έχουν σημαντικά καλύτερες πιθανότητες επιβίωσης. Το PSA είναι μια πρωτεΐνη που παράγεται κυρίως από τα κύτταρα του προστάτη και η μέτρησή της στο αίμα χρησιμοποιείται ευρέως για την παρακολούθηση της πορείας της νόσου και της ανταπόκρισης στη θεραπεία. Όταν ένας ασθενής με μεταστατικό καρκίνο του προστάτη υποβάλλεται σε θεραπεία, η μείωση του PSA αποτελεί ένδειξη ότι η νόσος ανταποκρίνεται. Ωστόσο, μέχρι σήμερα οι γιατροί δεν χρησιμοποιούσαν πάντοτε το ίδιο όριο για να αξιολογήσουν πόσο επιτυχημένη είναι η θεραπεία.
Η νέα έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό CANCER της American Cancer Society, βασίστηκε σε πραγματικά δεδομένα από τη Veterans Health Administration των ΗΠΑ. Οι ερευνητές μελέτησαν 4.890 ασθενείς με μεταστατικό ορμονοευαίσθητο καρκίνο του προστάτη, οι οποίοι έλαβαν θεραπεία στέρησης τεστοστερόνης, με ή χωρίς πρόσθετες θεραπείες, κατά την περίοδο 2018-2023.
Οι ασθενείς παρακολουθήθηκαν για περίπου δύο χρόνια κατά μέσο όρο. Στο διάστημα αυτό καταγράφηκαν 896 θάνατοι. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι κατάφεραν να μειώσουν το PSA κάτω από 0,2 ng/mL μέσα στους πρώτους εννέα μήνες από την έναρξη της θεραπείας είχαν 54% μικρότερο κίνδυνο θανάτου σε σύγκριση με εκείνους των οποίων το PSA δεν έπεσε κάτω από αυτό το επίπεδο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι μία μεγάλη ποσοστιαία πτώση του PSA δεν φάνηκε από μόνη της να εξασφαλίζει καλύτερη επιβίωση. Ασθενείς που πέτυχαν μείωση τουλάχιστον 90%, αλλά δεν έφτασαν κάτω από το όριο των 0,2 ng/mL, δεν παρουσίασαν αντίστοιχο όφελος στην επιβίωση. Αυτό υποδηλώνει ότι η απόλυτη τιμή του PSA μπορεί να αποτελεί πιο χρήσιμο δείκτη από το ποσοστό της αρχικής μείωσης.
Τα ευρήματα ενδέχεται να βοηθήσουν τους γιατρούς να εντοπίζουν νωρίτερα τους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στη θεραπεία. Όσοι δεν επιτυγχάνουν PSA κάτω από 0,2 ng/mL ενδέχεται να χρειάζονται στενότερη παρακολούθηση ή πιο επιθετική θεραπευτική προσέγγιση.
Παράλληλα, οι ασθενείς που έλαβαν θεραπεία στέρησης τεστοστερόνης σε συνδυασμό με ένα επιπλέον φάρμακο που μπλοκάρει περαιτέρω τη δράση της τεστοστερόνης είχαν περισσότερες πιθανότητες να πετύχουν το επιθυμητό επίπεδο PSA.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα ενισχύουν την αξία του ορίου των 0,2 ng/mL ως βασικού στόχου για την αξιολόγηση της θεραπευτικής ανταπόκρισης. Η επίτευξη αυτού του επιπέδου δεν αποτελεί εγγύηση για κάθε ασθενή, αλλά μπορεί να προσφέρει στους γιατρούς ένα πιο σαφές και αντικειμενικό κριτήριο για την πορεία της νόσου και τον σχεδιασμό της θεραπείας.
