ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Ελπίδα για εκατομμύρια ανθρώπους με ρευματοειδή αρθρίτιδα

30 Ιανουαρίου 2026, 07:00

images

Το 2021 υπολογιζόταν ότι περίπου 17,9 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως ζούσαν με ρευματοειδή αρθρίτιδα, ένα αυτοάνοσο νόσημα που προκαλεί φλεγμονή, πόνο και οίδημα στις αρθρώσεις. Αν και η ακριβής αιτία της νόσου παραμένει άγνωστη, οι επιστήμονες θεωρούν ότι ο κίνδυνος εμφάνισής της σχετίζεται με συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, όπως το κάπνισμα. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος πρόληψης της ρευματοειδούς αρθρίτιδας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό, ενώ οι ασθενείς είναι βέβαιο ότι έχουν αυξηθεί περαιτέρω... Ωστόσο, νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet Rheumatology φέρνει ελπιδοφόρα νέα. Σύμφωνα με τα αποτελέσματά της, η χορήγηση ενός ειδικού φαρμάκου για τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, του abatacept, σε άτομα υψηλού κινδύνου μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση της νόσου για αρκετά χρόνια.

Η έρευνα αυτή βασίστηκε σε προηγούμενη κλινική δοκιμή που δημοσιεύτηκε το 2024 και εξέταζε την προληπτική χρήση του abatacept με παρακολούθηση δύο ετών. Η νέα μελέτη επέκτεινε την παρακολούθηση των συμμετεχόντων σε διάστημα 4 έως 8 ετών, προσφέροντας πιο μακροπρόθεσμα δεδομένα.

Στο τέλος της μελέτης, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη της θεραπείας με abatacept για μόλις 12 μήνες ξεπερνούσαν κατά πολύ τη διάρκεια της ίδιας της αγωγής. Τα άτομα που έλαβαν το φάρμακο χρειάστηκαν σημαντικά περισσότερο χρόνο για να αναπτύξουν ρευματοειδή αρθρίτιδα σε σύγκριση με εκείνους που έλαβαν εικονικό φάρμακο (placebo), με την έναρξη της νόσου να καθυστερεί έως και τέσσερα χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας.

Αν και η πρώιμη παρέμβαση με abatacept δεν απέτρεψε πλήρως την εμφάνιση της νόσου, οι επιστήμονες πιστεύουν ότι μπορεί να τροποποιεί την πορεία της, μειώνοντας τα χρόνια που ένα άτομο θα ζήσει με ρευματοειδή αρθρίτιδα και τις επιπλοκές της.

Η θεραπεία αποδείχθηκε πιο αποτελεσματική στα άτομα με τον υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Ο κίνδυνος αυτός προσδιορίστηκε μέσω αιματολογικών εξετάσεων που ανίχνευσαν συγκεκριμένα αντισώματα. Παρότι οι συμμετέχοντες αυτοί είχαν τη μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν ρευματοειδή αρθρίτιδα, ήταν ταυτόχρονα εκείνοι που ωφελήθηκαν περισσότερο από την πρώιμη χορήγηση του abatacept.

Κατά τη διάρκεια της φάσης υψηλού κινδύνου, το φάρμακο βοήθησε επίσης στη μείωση συμπτωμάτων όπως ο πόνος στις αρθρώσεις και η κόπωση. Μετά τη διακοπή της θεραπείας, τα επίπεδα των συμπτωμάτων εξισώθηκαν μεταξύ της ομάδας θεραπείας και της ομάδας placebo, γεγονός που υποδηλώνει ότι για τη διατήρηση του ελέγχου των συμπτωμάτων ίσως απαιτείται συνεχής ρύθμιση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Ο επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, Andrew Cope, καθηγητής ρευματολογίας στο King’s College London, τόνισε ότι η πρώιμη παρέμβαση σε άτομα υψηλού κινδύνου μπορεί να έχει μακροχρόνια οφέλη. Όπως ανέφερε, η προσέγγιση αυτή είναι ασφαλής, ανακουφίζει σημαντικά τα συμπτώματα κατά τη διάρκεια της θεραπείας και μπορεί να καθυστερήσει την εμφάνιση της νόσου για χρόνια, ακόμη και μετά τη διακοπή του φαρμάκου, βελτιώνοντας ουσιαστικά την ποιότητα ζωής.

Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι δεν αναπτύσσουν όλοι οι άνθρωποι υψηλού κινδύνου ρευματοειδή αρθρίτιδα. Αυτό εγείρει ηθικά ερωτήματα σχετικά με τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής σε άτομα που ενδέχεται να μην εμφανίσουν ποτέ τη νόσο. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί επιστήμονες συμφωνούν ότι η θεραπεία στα πρώτα στάδια είναι συχνά πιο αποτελεσματική σε χρόνιες παθήσεις.

Οι ειδικοί θεωρούν τη μελέτη ορόσημο, καθώς προσφέρει ισχυρές ενδείξεις ότι η καθυστέρηση της εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων είναι εφικτή. Η πρόληψη ή η αναβολή της νόσου πριν προκληθούν μη αναστρέψιμες βλάβες στις αρθρώσεις θα μπορούσε να μειώσει το μακροχρόνιο φορτίο μιας ανίατης πάθησης, να περιορίσει το κόστος υγειονομικής περίθαλψης και να βελτιώσει τη λειτουργικότητα και την καθημερινότητα των ασθενών.

Τα επόμενα βήματα της έρευνας περιλαμβάνουν τη βελτίωση της αναγνώρισης των ατόμων υψηλού κινδύνου, τον καθορισμό της ιδανικής διάρκειας θεραπείας και τη μεταφορά αυτών των ευρημάτων στην κλινική πράξη, με στόχο μια πιο εξατομικευμένη και προληπτική ιατρική προσέγγιση.



Σχετικά Άρθρα