Αυτή είναι η γεωγραφία της μακροζωίας στην Ευρώπη
12 Φεβρουαρίου 2026, 18:00
Όπως δείχνει μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nature Communications, πίσω από τον μέσο όρο κάθε χώρας κρύβονται περιφερειακές ανισότητες. Όπως αναφέρουν οι δημογράφοι και οικονομολόγοι Florian Bonnet, Carlo Giovanni Camarda, France Meslé και Josselin Thuilliez, ερευνητές του Institut National d’Etudes Démographiques (Ined) και του Centre National de la Recherche Scientifique (CNRS), η «γεωγραφία» της μακροζωίας στην Ευρώπη αποκαλύπτει μία ήπειρο χωρισμένη στα δύο. Η μελέτη ανέλυσε δεδομένα θνησιμότητας και πληθυσμού από 450 περιφέρειες της δυτικής Ευρώπης, καλύπτοντας σχεδόν 400 εκατομμύρια κατοίκους σε 13 χώρες, από το 1992 έως το 2019. Πρόκειται για μία από τις πιο εκτεταμένες αναλύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί ποτέ σε περιφερειακό επίπεδο.
Οι ερευνητές εναρμόνισαν στοιχεία από εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, ξεπερνώντας μεγάλες διαφορές στο μέγεθος και τη λεπτομέρεια των περιφερειών, και υπολόγισαν την ετήσια μεταβολή του προσδόκιμου ζωής κατά τη γέννηση. Με τη βοήθεια προηγμένων στατιστικών μεθόδων, απομόνωσαν τις μακροπρόθεσμες τάσεις, εξαλείφοντας προσωρινές «παρεμβολές», όπως ο καύσωνας του 2003 ή οι ισχυρές επιδημίες γρίπης.
Εκ πρώτης, όπως φάνηκε, το όριο της μακροζωίας δεν έχει φανεί ακόμη. Το πιο καθησυχαστικό εύρημα είναι ότι το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής δεν δείχνει να έχει φτάσει στα όριά του. Στις περιοχές-«πρωταθλήτριες» της μακροζωίας, όπως η βόρεια Ιταλία, η Ελβετία και ορισμένες ισπανικές επαρχίες, η αύξηση συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό που καταγραφόταν και τις προηγούμενες δεκαετίες.
Για τους άνδρες, το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται κατά περίπου δυόμισι μήνες τον χρόνο, ενώ για τις γυναίκες κατά περίπου ενάμιση μήνα. Στη Γαλλία, περιοχές όπως το Παρίσι και τα προάστιά του, αλλά και ζώνες κοντά στα ελβετικά σύνορα, καταγράφουν ιδιαίτερα υψηλές επιδόσεις. Το 2019, το προσδόκιμο ζωής έφτασε τα 83 έτη για τους άνδρες και τα 87 για τις γυναίκες. Έτσι, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η ανθρώπινη ζωή έφτασε στα ...όριά της.
Επίσης, η εικόνα αλλάζει δραματικά όταν κανείς κοιτάξει τις περιοχές που υστερούν. Τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές του 2000, αυτές οι περιοχές κατέγραφαν ταχύτερη πρόοδο, με αποτέλεσμα να μειώνονται οι ανισότητες στην Ευρώπη. Όμως γύρω στο 2005, αυτή η «χρυσή περίοδος» έλαβε τέλος.
Σε περιοχές όπως η ανατολική Γερμανία, η Βαλλονία στο Βέλγιο ή τμήματα του Ηνωμένου Βασιλείου, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής επιβραδύνθηκε έντονα, φτάνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν σε πλήρη στασιμότητα. Για τους άνδρες, παρόμοια εικόνα καταγράφηκε και σε περιοχές της βόρειας Γαλλίας.
Έτσι, η Ευρώπη φαίνεται πλέον να χωρίζεται σε δύο «στρατόπεδα»: Σε περιφέρειες που συνεχίζουν να προοδεύουν και σε άλλες όπου η δυναμική της μακροζωίας εξαντλείται ή ακόμη και αντιστρέφεται.
Η ανάλυση δείχνει ότι το πρόβλημα δεν σχετίζεται ούτε με τη βρεφική θνησιμότητα, η οποία παραμένει χαμηλή, ούτε με τη θνησιμότητα άνω των 75 ετών, που συνεχίζει να μειώνεται. Το «κλειδί» βρίσκεται στις ηλικίες 55 έως 74 ετών. Τη δεκαετία του 1990, η θνησιμότητα σε αυτές τις ηλικίες μειωνόταν ραγδαία, χάρη στις καρδιαγγειακές θεραπείες και τις αλλαγές στον τρόπο ζωής. Από τη δεκαετία του 2000, όμως, αυτή η βελτίωση επιβραδύνθηκε. Σε ορισμένες περιοχές μάλιστα, ο κίνδυνος θανάτου σε αυτές τις ηλικίες άρχισε να αυξάνεται, ιδιαίτερα μεταξύ των γυναικών στις μεσογειακές ακτές της Γαλλίας, αλλά και σε μεγάλο μέρος της Γερμανίας. Οι ηλικίες αυτές είναι καθοριστικές για το συνολικό προσδόκιμο ζωής, καθώς σε αυτές καταγράφεται μεγάλος αριθμός θανάτων. Ακόμη και μικρή στασιμότητα αρκεί για να «σπάσει» η ανοδική πορεία.
Παρότι η μελέτη δεν αποδίδει το φαινόμενο σε συγκεκριμένα αίτια, οι ερευνητές επισημαίνουν πιθανούς παράγοντες, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η κακή διατροφή και η έλλειψη σωματικής άσκησης. Παράλληλα, η οικονομική κρίση του 2008 φαίνεται να ενίσχυσε τις περιφερειακές ανισότητες, πλήττοντας μακροχρόνια την υγεία ορισμένων πληθυσμών.
Τελικά το μήνυμα που προκύπτει από τη μελέτη αυτή είναι διπλό: Από τη μία πλευρά, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής παραμένει εφικτή κι από την άλλη, αυτή η πρόοδος δεν αφορά όλους. Εδώ και περίπου 15 χρόνια, ένα μεγάλο μέρος της ηπείρου μένει πίσω.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο μπορούμε να παρατείνουμε τη ζωή, αλλά ποιοι έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν. Και η απάντηση φαίνεται να εξαρτάται λιγότερο από τα όρια της βιολογίας και περισσότερο από τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες που χαράζουν, σιωπηλά, τον χάρτη της ευρωπαϊκής μακροζωίας.
