Ο "θάνατος" της σεξουαλικής επιθυμίας και η διαμάχη για την τεστοστερόνη
18 Φεβρουαρίου 2026, 18:00
Στις σύγχρονες, δυτικές κοινωνίες, η σεξουαλική επιθυμία φαίνεται να έχει μειωθεί αισθητά τις τελευταίες δεκαετίες. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, αυτό το φαινόμενο έχει αρχίσει να απασχολεί ιατρούς, ερευνητές και επαγγελματίες υγείας, καθώς οι συνταγογραφήσεις τεστοστερόνης έχουν υπερδιπλασιαστεί, προκαλώντας έντονη συζήτηση για το κατά πόσο μπορούν αυτά τα φάρμακα να αντιμετωπίσουν την πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας ή αν πρόκειται απλώς για μια εμπορική υπερβολή.
Η αυξανόμενη χρήση τεστοστερόνης
Τα τελευταία χρόνια, οι συνταγογραφήσεις τεστοστερόνης έχουν σημειώσει δραματική αύξηση στο Ηνωμένο Βασίλειο -περίπου 135% μεταξύ 2021 και 2024- σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε η BBC News από την υπηρεσία NHS Business Authority και την Care Quality Commission.
Πολλοί άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, στρέφονται στην τεστοστερόνη με την πεποίθηση ότι μπορεί να ενισχύσει τη σεξουαλική τους επιθυμία, να αυξήσει τα επίπεδα ενέργειας, να βελτιώσει τη συγκέντρωση και γενικότερα να αναζωογονήσει την ποιότητα ζωής. Η δημοτικότητα αυτή συνδέεται με μια γενική κουλτούρα ευεξίας και αυτοβελτίωσης, καθώς και με διαφημιστικά μηνύματα που προβάλλονται μέσω διαδικτυακών κλινικών και κοινωνικών δικτύων.
Ιστορίες από την καθημερινότητα
Σε προσωπικές μαρτυρίες που παραθέτει το BBC, άνθρωποι όπως ο 52χρονος Alan Reeves, πρώην επαγγελματίας χορευτής, λένε ότι η τεστοστερόνη «του έδωσε ξανά libido», βελτιώνοντας τη σχέση του και την αυτοπεποίθησή του. Αντίστοιχα, μια 37χρονη bloggers για την εμμηνόπαυση δηλώνει ότι η τεστοστερόνη βελτίωσε την ενέργεια και τη σεξουαλική της επιθυμία.
Ωστόσο, αυτοί οι εντυπωσιακοί ισχυρισμοί συχνά λειτουργούν παράλληλα με άλλους παράγοντες, όπως το άγχος, η μοναξιά, η υπερβολική απασχόληση και η πίεση στην καθημερινότητα, όλοι παράγοντες που μεμονωμένα μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική διάθεση.
Η επιστημονική εικόνα είναι πιο σύνθετη από όσο φαίνεται
Ενώ πολλοί προσπαθούν να ερμηνεύσουν τη μείωση στη σεξουαλική επιθυμία ως αποτέλεσμα της πτώσης των επιπέδων τεστοστερόνης, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η σχέση μεταξύ ορμονών και libido δεν είναι τόσο απλή. Συγκεκριμένα, τα επίπεδα της τεστοστερόνης μειώνονται φυσιολογικά με την ηλικία, αλλά αυτό από μόνο του δεν εξηγεί πλήρως την πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας. Ταυτόχρονα, υπάρχουν ενδείξεις ότι πολλοί άνθρωποι με φυσιολογικά επίπεδα τεστοστερόνης επίσης βιώνουν μειωμένη libido, γεγονός που υποδεικνύει ότι άλλοι παράγοντες, όπως η ψυχική υγεία, το στρες και οι κοινωνικές σχέσεις, παίζουν σημαντικό ρόλο. Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η σύνδεση μεταξύ τεστοστερόνης και σεξουαλικής επιθυμίας είναι πολύ πιο περίπλοκη από μια άμεση αιτιακή σχέση. Παρότι σε κάποιες περιπτώσεις η θεραπεία μπορεί να είναι ωφέλιμη (όπως για άτομα με πολύ χαμηλή τεστοστερόνη), δεν υπάρχει ομοφωνία ότι μπορεί να επαναφέρει «μαζικά» την libido σε όλους.
Ένα σύγχρονο συμπέρασμα που έχει κυκλοφορήσει στον Τύπο και στις συζητήσεις είναι ότι οι αυξημένες συνταγογραφήσεις τεστοστερόνης μάλλον αντικατοπτρίζουν πιο πολύ ένα κοινωνικό και εμπορικό φαινόμενο παρά μια πλήρως τεκμηριωμένη ιατρική ανάγκη.
Κριτική από την ιατρική κοινότητα
Κάποιοι γιατροί και ειδικοί εκφράζουν ανησυχίες ότι οι ιδιωτικές κλινικές και η βιομηχανία ευεξίας εκμεταλλεύονται την έλλειψη σαφούς κατευθυντήριας επιστημονικής γνώσης προσφέροντας τεστοστερόνη ως «γρήγορη λύση». Υποστηρίζουν ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική δαπάνη χρημάτων και ενδεχομένως σε ανεπιθύμητες παρενέργειες, χωρίς ουσιαστικά οφέλη σε όλα τα άτομα.
Η συζήτηση για την «πτώση της σεξουαλικής επιθυμίας» και τον ρόλο της τεστοστερόνης είναι ένας αγώνας μεταξύ επιστήμης, ιατρικής πρακτικής και κοινωνικής κουλτούρας. Αν και η τεστοστερόνη μπορεί να βοηθήσει κάποιους ανθρώπους, ειδικά όταν όντως υπάρχει φυσιολογική έλλειψη, δεν φαίνεται να αποτελεί ένα πανάκεια για τη γενική μείωση της libido στον πληθυσμό. Οι ειδικοί επιμένουν ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι πολυπαραγοντική, με βιολογικούς, ψυχολογικούς και κοινωνικούς παράγοντες να αλληλοεπιδρούν με έναν πολύπλοκο τρόπο που δεν μπορεί να απλοποιηθεί σε μια ορμόνη μόνο.
