Ινομυαλγία: Χρόνια και αφόρητη με ψυχολογικές και σεξουαλικές επιπτώσεις
22 Απριλίου 2026, 10:00
Η ινομυαλγία είναι μία από τις πιο συχνές χρόνιες διαταραχές μυοσκελετικού πόνου. Ορίζεται από το American College of Rheumatology ως διάχυτος πόνος που διαρκεί για περισσότερο από τρεις μήνες, καθώς και πόνος κατά την ψηλάφηση σε τουλάχιστον 11 από τα 18 χαρακτηριστικά ευαίσθητα σημεία (tender points) σε διάφορες περιοχές του σώματος. Εκτός από τον πόνο και την ευαισθησία, η πάθηση χαρακτηρίζεται και από άλλα συμπτώματα, όπως διαταραχές ύπνου, έντονη κόπωση, κατάθλιψη, άγχος, προβλήματα μνήμης και συγκέντρωσης, πονοκεφάλους και γενικευμένη αίσθηση αδυναμίας. Τα συμπτώματα αυτά, όταν συνυπάρχουν, μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινή ζωή ενός ατόμου. Ως αποτέλεσμα, η ινομυαλγία μπορεί να μειώσει αισθητά την ποιότητα ζωής, περιορίζοντας τη λειτουργικότητα, την κοινωνική δραστηριότητα και την ψυχολογική ευεξία.
Η ινομυαλγία εμφανίζεται πολύ πιο συχνά στις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες, με αναλογία περίπου επτά έως εννέα φορές μεγαλύτερη. Συγκεκριμένα, ο επιπολασμός στις γυναίκες ανέρχεται περίπου στο 3,4%, ενώ στους άνδρες φτάνει μόλις στο 0,5%. Επιπλέον, η συχνότητα εμφάνισης της ινομυαλγίας αυξάνεται σταθερά με την ηλικία. Για παράδειγμα, σε γυναίκες ηλικίας 18 έως 30 ετών, το ποσοστό εμφάνισης είναι μικρότερο από 1%, ενώ σε γυναίκες ηλικίας 55 έως 64 ετών μπορεί να φτάσει σχεδόν το 8%. Αυτό δείχνει ότι η ηλικία αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση της νόσου.
Αρνητική συσχέτιση μεταξύ ινομυαλγίας και σεξουαλικής λειτουργίας
Αρκετές επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει αρνητική συσχέτιση μεταξύ της σεξουαλικής λειτουργίας και της ινομυαλγίας στις γυναίκες. Δηλαδή, γυναίκες που πάσχουν από ινομυαλγία εμφανίζουν συχνότερα προβλήματα στη σεξουαλική τους ζωή σε σύγκριση με γυναίκες που δεν πάσχουν από την πάθηση αυτή. Η κατανόηση αυτής της σχέσης είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη στρατηγικών πρόληψης και θεραπείας τόσο της σεξουαλικής δυσλειτουργίας όσο και της ίδιας της ινομυαλγίας.
Μία από τις βασικές υποθέσεις που έχουν διατυπωθεί είναι ότι η ινομυαλγία επηρεάζει κυρίως την ψυχολογική και όχι τη φυσιολογική πλευρά του κύκλου σεξουαλικής απόκρισης. Αυτό σημαίνει ότι, από φυσιολογικής πλευράς, μια γυναίκα μπορεί να έχει φυσιολογική σεξουαλική λειτουργία, αλλά η ψυχολογική της κατάσταση και η αντίληψή της για τη σεξουαλική δραστηριότητα μπορεί να έχουν μεταβληθεί. Ο χρόνιος πόνος, η κόπωση και η συναισθηματική επιβάρυνση μπορεί να μειώσουν την επιθυμία και την ικανοποίηση από τη σεξουαλική επαφή.
Μια άλλη υπόθεση υποστηρίζει ότι η ινομυαλγία συνδέεται άμεσα με τη σεξουαλική δυσλειτουργία και την κατάθλιψη. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, τόσο η κατάθλιψη όσο και η σεξουαλική δυσλειτουργία εμφανίζονται συχνότερα σε άτομα με ινομυαλγία και αποτελούν συμπτώματα που σχετίζονται με την ίδια την πάθηση. Η ύπαρξη χρόνιου πόνου και περιορισμένης σωματικής δραστηριότητας μπορεί να οδηγήσει σε χαμηλή αυτοεκτίμηση και συναισθηματική επιβάρυνση, τα οποία επηρεάζουν αρνητικά τη σεξουαλική λειτουργία.
Κατάθλιψη, άγχος και σεξουαλική λειτουργία
Η κατάθλιψη και το άγχος θεωρούνται σημαντικοί παράγοντες που συμβάλλουν σε μειωμένη σεξουαλική λειτουργία σε άτομα που πάσχουν από χρόνιο πόνο. Τα άτομα με χρόνιες παθήσεις συχνά αντιμετωπίζουν δυσκολίες στη διατήρηση της σεξουαλικής επιθυμίας και της ικανοποίησης, καθώς η συνεχής παρουσία πόνου επηρεάζει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική τους κατάσταση.
Σε πρόσφατη μελέτη, η σεξουαλική λειτουργία αξιολογήθηκε μέσω του ερωτηματολογίου Changes in Sexual Functioning Questionnaire, συγκρίνοντας υγιείς γυναίκες με γυναίκες που πάσχουν από ινομυαλγία και από Rheumatoid Arthritis (ρευματοειδή αρθρίτιδα). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τόσο οι ασθενείς με ινομυαλγία όσο και εκείνες με ρευματοειδή αρθρίτιδα εμφάνιζαν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά σεξουαλικής δυσλειτουργίας σε σύγκριση με τις υγιείς γυναίκες.
Ωστόσο, η σεξουαλική δυσλειτουργία εμφανίστηκε συχνότερα στις γυναίκες με ινομυαλγία, με ποσοστό που έφτανε το 97%, σε σύγκριση με το 84% στις γυναίκες με ρευματοειδή αρθρίτιδα. Στη συγκεκριμένη μελέτη διαπιστώθηκε ότι το επίπεδο της κατάθλιψης αποτελούσε τον βασικό συνδετικό παράγοντα μεταξύ της ινομυαλγίας και της μειωμένης σεξουαλικής λειτουργίας.
Επιπρόσθετα, παράγοντες όπως η χρόνια κόπωση, η μυϊκή δυσκαμψία και η μειωμένη αντοχή επηρεάζουν αρνητικά τη σεξουαλική δραστηριότητα. Ο πόνος κατά τη διάρκεια της κίνησης μπορεί να περιορίσει τη συμμετοχή σε σεξουαλικές δραστηριότητες, ενώ οι διαταραχές ύπνου μειώνουν τα επίπεδα ενέργειας και επιδεινώνουν τη διάθεση.
Η κατανόηση της σχέσης μεταξύ ινομυαλγίας, ψυχικής υγείας και σεξουαλικής λειτουργίας έχει ιδιαίτερη σημασία για την ανάπτυξη ολοκληρωμένων θεραπευτικών παρεμβάσεων. Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει συνδυασμό φαρμακευτικής αγωγής, ψυχολογικής υποστήριξης, φυσικοθεραπείας και εκπαίδευσης των ασθενών. Η έγκαιρη διάγνωση και η ολιστική αντιμετώπιση μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και της συνολικής ευεξίας των ατόμων που πάσχουν από ινομυαλγία.
Tags: Ινομυαλγία, μυοσκελετικά, Μυοσκελετική Υγεία
