Η μακροχρόνια έλλειψη ύπνου συμμετέχει στην εμφάνιση παχυσαρκίας
04 Αυγούστου 2026, 07:00
Η έλλειψη ύπνου έχει συνδεθεί εδώ και χρόνια με αυξημένη όρεξη και υπερκατανάλωση τροφής. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στις μεταβολές των ορμονών που ρυθμίζουν την πείνα: αυξάνονται τα επίπεδα της γκρελίνης, που ενισχύει την όρεξη, ενώ μειώνονται τα επίπεδα της λεπτίνης, της ορμόνης που σηματοδοτεί τον κορεσμό. Ωστόσο, πολλές από τις παλαιότερες μελέτες βασίζονταν σε ακραία σενάρια, όπου οι συμμετέχοντες κοιμούνταν μόλις τέσσερις ώρες τη νύχτα, κάτι που δεν αντικατοπτρίζει την καθημερινότητα των περισσότερων ανθρώπων. Nέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο Annals of Internal Medicine, εξέτασε μια πιο ρεαλιστική μορφή στέρησης ύπνου και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ακόμη και η απώλεια περίπου μίας ώρας ύπνου κάθε βράδυ μπορεί σταδιακά να οδηγήσει σε αύξηση του σωματικού βάρους και σε πιο καθιστική ζωή.
Οι ερευνητές μελέτησαν 95 ενήλικες που συνήθως κοιμούνταν 7 έως 8 ώρες κάθε βράδυ. Οι συμμετέχοντες πέρασαν δύο διαφορετικές περιόδους διάρκειας έξι εβδομάδων. Στη μία συνέχισαν το συνηθισμένο τους πρόγραμμα ύπνου, ενώ στην άλλη καθυστερούσαν την ώρα που πήγαιναν για ύπνο κατά περίπου 90 λεπτά. Στην πράξη, ο μέσος χρόνος ύπνου μειώθηκε κατά 78 λεπτά κάθε νύχτα.
Καθ' όλη τη διάρκεια της μελέτης φορούσαν ειδικά βραχιόλια που κατέγραφαν τον ύπνο και τη σωματική δραστηριότητα, ενώ οι επιστήμονες παρακολουθούσαν το βάρος, την περίμετρο μέσης, τη σύσταση σώματος και τις ορμόνες που σχετίζονται με την όρεξη.
Στο τέλος της περιόδου περιορισμένου ύπνου, οι συμμετέχοντες είχαν πάρει κατά μέσο όρο περίπου μισό κιλό μέσα σε μόλις έξι εβδομάδες. Αν και η αύξηση αυτή φαίνεται μικρή, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι θα μπορούσε να αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία αν η συνήθεια αυτή διατηρηθεί για μήνες ή χρόνια. Θεωρητικά, η χρόνια απώλεια περίπου 80 λεπτών ύπνου κάθε βράδυ θα μπορούσε να οδηγήσει σε αξιοσημείωτη αύξηση βάρους μέσα σε έναν χρόνο.
Η επικεφαλής της μελέτης, Marie-Pierre St-Onge από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, υπογράμμισε ότι ακόμη και μια σχετικά μικρή αλλά σταθερή μείωση της διάρκειας του ύπνου, όπως συμβαίνει σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, μπορεί να προκαλέσει αύξηση τόσο του σωματικού βάρους όσο και της περιμέτρου της μέσης.
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα ήταν ότι όσοι κοιμούνταν λιγότερο περνούσαν περισσότερο χρόνο χωρίς να κινούνται. Συγκεκριμένα, η καθιστική συμπεριφορά αυξήθηκε κατά μέσο όρο κατά 17 λεπτά την ημέρα, ενώ στους άνδρες και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η αύξηση άγγιξε σχεδόν τα 30 λεπτά ημερησίως.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αύξηση αυτή δεν εξηγείται απλώς από το γεγονός ότι οι συμμετέχοντες ήταν περισσότερες ώρες ξύπνιοι. Αντίθετα, φαίνεται πως η ανεπαρκής ξεκούραση επηρεάζει την ενέργεια και το κίνητρο για σωματική δραστηριότητα, οδηγώντας σε πιο καθιστικό τρόπο ζωής.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η αύξηση του βάρους πιθανότατα οφείλεται στον συνδυασμό δύο παραγόντων: οι άνθρωποι τείνουν να τρώνε περισσότερο όταν δεν κοιμούνται αρκετά, ενώ ταυτόχρονα κινούνται λιγότερο, μειώνοντας έτσι την κατανάλωση ενέργειας.
Η συγκεκριμένη μελέτη αποτελεί συνέχεια προηγούμενων ερευνών στην ίδια ομάδα συμμετεχόντων. Σε προηγούμενη ανάλυση είχε διαπιστωθεί ότι γυναίκες με αυξημένο καρδιομεταβολικό κίνδυνο εμφάνιζαν μεγαλύτερη αντίσταση στην ινσουλίνη μετά από ήπια αλλά παρατεταμένη στέρηση ύπνου, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση. Η αντίσταση στην ινσουλίνη αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη προδιαβήτη και διαβήτη τύπου 2.
Παράλληλα, άλλη σχετική έρευνα εντόπισε αυξημένα φλεγμονώδη κύτταρα στην καρδιά ατόμων που είχαν υποστεί παρατεταμένη ήπια έλλειψη ύπνου και ήδη παρουσίαζαν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με προηγούμενες μελέτες που δείχνουν ότι ο ανεπαρκής ύπνος αυξάνει την έκκριση ορμονών του στρες και δεικτών φλεγμονής, επιβαρύνοντας τόσο τον μεταβολισμό όσο και το καρδιαγγειακό σύστημα.
Παρότι οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει πως η έλλειψη ύπνου οδηγεί υποχρεωτικά σε αύξηση βάρους για όλους, τονίζουν ότι ο ύπνος αποτελεί βασικό πυλώνα της υγείας, μαζί με τη σωστή διατροφή και τη σωματική άσκηση. Παράγοντες όπως η γενετική προδιάθεση, το άγχος και οι διατροφικές συνήθειες εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο.
Για καλύτερη ποιότητα ύπνου, οι ειδικοί συνιστούν σταδιακή αύξηση του χρόνου παραμονής στο κρεβάτι, σταθερό ωράριο ύπνου και αφύπνισης, περιορισμό της καφεΐνης τις απογευματινές ώρες, αποφυγή βαριών γευμάτων πριν από τον ύπνο και μείωση των αγχωτικών δραστηριοτήτων αργά το βράδυ.
Οι επιστήμονες σκοπεύουν να εξετάσουν στο μέλλον αν η βελτίωση του ύπνου σε άτομα που κοιμούνται συστηματικά λίγο μπορεί να μειώσει τον κίνδυνο παχυσαρκίας, διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακών νοσημάτων και άλλων χρόνιων παθήσεων.
Tags: αϋπνία, Παχυσαρκία, Παχυσαρκία και ψυχολογία, ύπνος
