Πρωτοποριακή θεραπεία χάρισε την όραση σε Βρετανίδα
28 Ιανουαρίου 2026, 09:00
Γιατροί δηλώνουν ότι πέτυχαν κάτι που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αδύνατο: Την αποκατάσταση της όρασης και την πρόληψη της τύφλωσης σε άτομα με μια σπάνια αλλά επικίνδυνη οφθαλμική πάθηση που ονομάζεται υποτονία (hypotony). Το νοσοκομείο Moorfields στο Λονδίνο είναι η πρώτη εξειδικευμένη κλινική παγκοσμίως για τη συγκεκριμένη διαταραχή και, σύμφωνα με πιλοτική μελέτη, επτά από τους οκτώ ασθενείς που έλαβαν την πρωτοποριακή θεραπεία ανταποκρίθηκαν θετικά.
Μία από αυτούς, και η πρώτη που υποβλήθηκε ποτέ στη θεραπεία, είναι η 47χρονη NickiGuy, η οποία μοιράζεται την ιστορία της αποκλειστικά με το BBC. Όπως λέει, τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά: «Αλλάζει τη ζωή σου. Μου τα έδωσε όλα πίσω. Μπορώ να βλέπω το παιδί μου να μεγαλώνει. Πήγα από το να μετράω δάχτυλα και να βλέπω τα πάντα θολά, στο να μπορώ πραγματικά να βλέπω».
Σήμερα μπορεί να διαβάζει τις περισσότερες σειρές γραμμάτων στον πίνακα οφθαλμολογικής εξέτασης και βρίσκεται μόλις μία γραμμή κάτω από το όριο που απαιτείται νομικά για την οδήγηση. Πρόκειται για τεράστια αλλαγή, αν σκεφτεί κανείς ότι προηγουμένως είχε μερική όραση, χρησιμοποιούσε μεγεθυντικό φακό για κοντινές αποστάσεις και μετακινούνταν στο σπίτι και έξω βασιζόμενη κυρίως στη μνήμη της.
«Αν η όρασή μου μείνει έτσι για όλη μου τη ζωή, θα είναι απολύτως υπέροχο. Μπορεί να μη μπορέσω ποτέ ξανά να οδηγήσω, αλλά δεν με πειράζει καθόλου», λέει.
Στην υποτονία, η πίεση στο εσωτερικό του ματιού πέφτει σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα, με αποτέλεσμα ο βολβός να “καταρρέει”. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν μειώνεται η παραγωγή του φυσικού ζελοειδούς υγρού του ματιού, έπειτα από τραυματισμό ή φλεγμονή. Σε ορισμένες περιπτώσεις αποτελεί παρενέργεια οφθαλμικών επεμβάσεων ή φαρμάκων. Χωρίς θεραπεία, μπορεί να οδηγήσει σε τύφλωση.
Μέχρι σήμερα, οι γιατροί δοκίμαζαν στεροειδή και σιλικονούχο έλαιο για να «φουσκώσουν» το μάτι. Όμως αυτή η μέθοδος μπορεί να είναι τοξική μακροπρόθεσμα και σπάνια αποκαθιστά την όραση. Επιπλέον, το σιλικονούχο έλαιο είναι δύσκολο να δει κανείς μέσα από αυτό, προκαλώντας μόνιμη θολότητα, ακόμη κι όταν τα κύτταρα στο πίσω μέρος του ματιού λειτουργούν.
Οι ειδικοί του Moorfields αποφάσισαν να δοκιμάσουν μια διαφορετική προσέγγιση, χρησιμοποιώντας ένα υλικό που ήδη είχαν στη διάθεσή τους: ένα χαμηλού κόστους, διαφανές, υδατοδιαλυτότζελ που ονομάζεται υδροξυπροπυλομεθυλοκυτταρίνη (HPMC), το οποίο χρησιμοποιείται ήδη σε ορισμένα είδη οφθαλμικών επεμβάσεων.
Αντί όμως να το χρησιμοποιήσουν εφάπαξ, η ομάδα αποφάσισε να το εγχέει επανειλημμένα στο εσωτερικό του ματιού ως νέα μορφή θεραπείας.
Όταν η Nicki παρουσίασε για πρώτη φορά προβλήματα όρασης το 2017, λίγο μετά τη γέννηση του γιου της, της χορηγήθηκε μεγάλη ποσότητα σιλικονούχου ελαίου στο δεξί μάτι, το οποίο ήδη επιδεινωνόταν. Όπως περιγράφει, το μάτι είχε χάσει το φυσιολογικό του σχήμα και «είχε καταρρεύσει, σαν τσαλακωμένη χάρτινη σακούλα». Η θεραπεία δεν τη βοήθησε ουσιαστικά και λίγα χρόνια αργότερα άρχισε να χάνει την όραση και στο αριστερό μάτι.
«Όταν έχασα την όραση στο αριστερό μάτι, σκέφτηκα πως πρέπει να υπάρχει κάτι άλλο που να μπορούμε να δοκιμάσουμε. Δεν ήθελα να τα παρατήσω», λέει.
Ο οφθαλμίατρός της, κ. HarryPetrushkin, εξηγεί ότι μαζί αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι εντελώς καινούργιο: να γεμίσουν το μάτι με ένα υλικό μέσα από το οποίο μπορεί κανείς να δει. «Η ιδέα ότι ίσως προκαλούσαμε βλάβη σε κάποιον που ουσιαστικά είχε μόνο ένα λειτουργικό μάτι, με μια θεραπεία που μπορεί να μην πετύχαινε, ήταν τρομακτική», παραδέχεται. «Κι όμως, λειτούργησε. Δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε τέτοιο αποτέλεσμα», προσθέτει.
Ο ίδιος τονίζει ότι η μέθοδος θα μπορούσε να βοηθήσει εκατοντάδες ή και χιλιάδες ασθενείς κάθε χρόνο στο Ηνωμένο Βασίλειο, εφόσον τα κύτταρα στο πίσω μέρος του ματιού παραμένουν βιώσιμα. Μέχρι στιγμής έχουν θεραπεύσει 35 ασθενείς, με χρηματοδότηση από το Moorfields Eye Charity, και έχουν δημοσιεύσει τα αποτελέσματα των πρώτων οκτώ στο British Journal of Ophthalmology.
Η θεραπεία χορηγείται μία φορά κάθε τρεις με τέσσερις εβδομάδες για περίπου δέκα μήνες.
«Τα αποτελέσματα είναι πολύ ενθαρρυντικά, αλλά βρισκόμαστε ακόμη στα πρώτα στάδια», καταλήγει ο κ. Petrushkin.
