ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Νέα νευροαναπτυξιακή διαταραχή στο προσκήνιο...

11 Απριλίου 2026, 09:00

images

Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής Icahn στο Mount Sinai στη Νέα Υόρκη εντόπισαν και περιέγραψαν μία έως τώρα άγνωστη υπολειπόμενη νευροαναπτυξιακή διαταραχή (NDD), η οποία φαίνεται να είναι η πιο συχνή του είδους της που έχει ανακαλυφθεί μέχρι σήμερα. Η διαταραχή προκαλείται από μεταβολές σε ένα μικρό μη κωδικοποιητικό γονίδιο, το RNU2-2, και εκτιμάται ότι επηρεάζει χιλιάδες άτομα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 10% όλων των υπολειπόμενων NDD με γνωστή γενετική αιτία.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με το δίκτυο Undiagnosed Diseases Network στις ΗΠΑ, με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο Stanford, καθώς και με διεθνείς εταίρους από το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ολλανδία, το Βέλγιο και την Ιταλία. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Nature Genetics και προσφέρουν απαντήσεις που πολλές οικογένειες ανέμεναν επί χρόνια, ενώ ταυτόχρονα ανοίγουν δρόμους για μελλοντική ανάπτυξη θεραπειών.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η διαταραχή οφείλεται σχεδόν στην πλήρη απουσία ενός μορίου RNA, του U2-2, το οποίο παράγεται από το γονίδιο RNU2-2. Τα παιδιά που πάσχουν συνήθως κληρονομούν μία αλλοιωμένη εκδοχή του γονιδίου από κάθε γονέα. Παρότι οι γονείς δεν εμφανίζουν συμπτώματα, ο συνδυασμός των δύο μεταλλαγμένων αντιγράφων στο παιδί οδηγεί σε διαταραχή της εγκεφαλικής ανάπτυξης. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μεταλλάξεις προκύπτουν αυτόματα.

Τα συμπτώματα της διαταραχής παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες γενετικές αλλαγές. Συχνά εμφανίζονται χαμηλός μυϊκός τόνος, καθυστερήσεις στην ανάπτυξη και περιορισμένη ομιλία. Ορισμένα παιδιά παρουσιάζουν ήπιες μαθησιακές δυσκολίες ή χαρακτηριστικά αυτισμού, ενώ άλλα εμφανίζουν επιληψία, κινητικές διαταραχές ή δυσκολία στο βάδισμα. Οι απεικονιστικές εξετάσεις εγκεφάλου μπορεί αρχικά να είναι φυσιολογικές, αλλά να εμφανίζουν αλλοιώσεις με την πάροδο του χρόνου. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, παρατηρούνται δυσκολίες στη σίτιση ή στην αναπνοή. Η ποικιλομορφία των συμπτωμάτων αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η έλλειψη του RNA επηρεάζει διαφορετικά κάθε παιδί.

Σύμφωνα με τον κύριο συγγραφέα της μελέτης, Daniel Greene, η ανακάλυψη προσφέρει σε πολλές οικογένειες μια σαφή μοριακή εξήγηση για την κατάσταση του παιδιού τους, κάτι που συχνά έλειπε μετά από χρόνια αβεβαιότητας. Παράλληλα, παρέχει στην επιστημονική κοινότητα έναν συγκεκριμένο βιολογικό στόχο για την ανάπτυξη μελλοντικών θεραπειών.

Για την έρευνα, η ομάδα χρησιμοποίησε δεδομένα ολικής αλληλούχισης γονιδιώματος από τη Βρετανική Εθνική Βιβλιοθήκη Γονιδιωματικής Έρευνας. Αναλύθηκαν περισσότερα από 41.000 μη κωδικοποιητικά γονίδια σε συνολικά σχεδόν 68.000 άτομα, εκ των οποίων περίπου 14.800 είχαν νευροαναπτυξιακή διαταραχή. Με τη βοήθεια ειδικών στατιστικών μεθόδων εντοπίστηκαν σπάνιες γενετικές παραλλαγές, ενώ η ανάλυση RNA επιβεβαίωσε τη σημαντική μείωση του U2-2 RNA ως βασική συνέπεια των μεταλλάξεων.

Η ανακάλυψη αυτή βασίζεται σε προηγούμενες σημαντικές εργασίες της ίδιας ερευνητικής ομάδας. Το 2024 εντοπίστηκαν μεταλλάξεις σε ένα συγγενικό γονίδιο, το RNU4-2, ως αιτία της πιο συχνής αυτοσωμικής επικρατούς NDD, γνωστής ως σύνδρομο ReNU. Το 2025 αποδείχθηκε ότι μεταλλάξεις στο RNU2-2 μπορούν επίσης να προκαλέσουν μια πιο σπάνια επικρατή μορφή, το dominant ReNU2 syndrome.

Η νέα μελέτη επεκτείνει αυτά τα ευρήματα, δείχνοντας ότι υπολειπόμενες μεταλλάξεις στο ίδιο γονίδιο προκαλούν μια διαφορετική και απροσδόκητα συχνή διαταραχή, το υπολειπόμενο σύνδρομο ReNU2. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συχνότητά του φτάνει περίπου το 60% εκείνης του συνδρόμου ReNU, κάτι ιδιαίτερα ασυνήθιστο, καθώς οι πιο συχνές νευροαναπτυξιακές διαταραχές είναι συνήθως επικρατούς τύπου και όχι υπολειπόμενες.

Σήμερα, οι επιστήμονες στρατολογούν οικογένειες για τη μελέτη INDEED στο Mount Sinai, με στόχο την παροχή διαγνώσεων και την καλύτερη κατανόηση της νόσου. Οι μελλοντικές έρευνες θα επικεντρωθούν στην κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών της διαταραχής και στον εντοπισμό πιθανών θεραπευτικών προσεγγίσεων.

Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της μελέτης Ernest Turro, η ανακάλυψη θα επιτρέψει σε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες να λάβουν σαφή διάγνωση, ενώ θα βοηθήσει και στον οικογενειακό προγραμματισμό λόγω του τρόπου κληρονόμησης της νόσου. Επιπλέον, οι οικογένειες θα μπορούν να συνδεθούν μεταξύ τους μέσω του νέου ιδρύματος ReNU2 Syndrome Foundation.

Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει συγκεκριμένη θεραπεία, η κατανόηση ότι η διαταραχή οφείλεται στην απώλεια του U2-2 RNA δημιουργεί προοπτικές για μελλοντικές θεραπείες, όπως στρατηγικές αντικατάστασης γονιδίων. Οι ερευνητές ελπίζουν ότι η περαιτέρω μελέτη θα θέσει τις βάσεις για την ανάπτυξη κλινικών δοκιμών και αποτελεσματικών θεραπειών στο μέλλον.


Σχετικά Άρθρα