Μικροβίωμα και πώς επηρεάζεται από συγκεκριμένα φάρμακα
28 Αυγούστου 2026, 09:00
Μεγάλη μελέτη ερευνητών του Institute of Genomics του Πανεπιστημίου του Tartu δείχνει ότι ορισμένα φάρμακα μπορεί να επηρεάζουν το μικροβίωμα του εντέρου για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη και χρόνια μετά τη διακοπή τους. Το εντερικό μικροβίωμα αποτελείται από μια τεράστια κοινότητα βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών που ζουν στο πεπτικό σύστημα και συμμετέχουν στην πέψη, τον μεταβολισμό, τη λειτουργία του ανοσοποιητικού και άλλες πλευρές της υγείας. Τα νέα ευρήματα δείχνουν ότι το ιστορικό φαρμακευτικής αγωγής ενός ανθρώπου μπορεί να εξηγεί σημαντικές διαφορές στη σύνθεση του μικροβιώματος ακόμη και πολύ καιρό μετά τη θεραπεία.
Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα κοπράνων και στοιχεία συνταγογράφησης από περισσότερους από 2.500 συμμετέχοντες στην Estonian Biobank. Διαπίστωσαν ότι τα περισσότερα από τα φάρμακα που εξετάστηκαν συνδέονταν με διαφορετικά χαρακτηριστικά του εντερικού μικροβιώματος. Σε αρκετές περιπτώσεις, αυτές οι διαφοροποιήσεις παρέμεναν ανιχνεύσιμες χρόνια μετά τη διακοπή της θεραπείας.
Οι μακροχρόνιες επιδράσεις δεν περιορίζονταν στα αντιβιοτικά, τα οποία είναι γνωστό ότι μπορούν να διαταράξουν σημαντικά την ισορροπία των βακτηρίων του εντέρου. Αντικαταθλιπτικά, β-αναστολείς, αναστολείς αντλίας πρωτονίων και βενζοδιαζεπίνες συνδέθηκαν επίσης με χαρακτηριστικές αλλαγές στο μικροβίωμα.
Οι β-αναστολείς χρησιμοποιούνται κυρίως για την αντιμετώπιση της υπέρτασης και ορισμένων καρδιακών παθήσεων, ενώ οι αναστολείς αντλίας πρωτονίων μειώνουν την παραγωγή γαστρικού οξέος και χορηγούνται συχνά για γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Οι βενζοδιαζεπίνες χρησιμοποιούνται κυρίως για το άγχος και άλλες διαταραχές.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν οι βενζοδιαζεπίνες, των οποίων η επίδραση στο μικροβίωμα ήταν συγκρίσιμη με εκείνη ορισμένων αντιβιοτικών ευρέος φάσματος. Παράλληλα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι ακόμη και φάρμακα της ίδιας κατηγορίας δεν προκαλούν απαραίτητα τις ίδιες αλλαγές. Για παράδειγμα, η διαζεπάμη και η αλπραζολάμη παρουσίασαν διαφορετικές επιδράσεις στα μικρόβια του εντέρου.
Το εύρημα αυτό είναι σημαντικό, καθώς στις μελέτες συχνά αντιμετωπίζονται ως ενιαία κατηγορία όλα τα φάρμακα μιας συγκεκριμένης θεραπευτικής ομάδας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ίσως χρειάζεται να εξετάζεται ξεχωριστά κάθε δραστική ουσία.
Σε μικρότερη ομάδα συμμετεχόντων οι επιστήμονες είχαν τη δυνατότητα να εξετάσουν επαναληπτικά δείγματα κοπράνων, παρακολουθώντας τις αλλαγές πριν και μετά την έναρξη ή τη διακοπή συγκεκριμένων φαρμάκων. Οι αλλαγές στη φαρμακευτική αγωγή συνοδεύτηκαν από προβλέψιμες μεταβολές στη σύνθεση του μικροβιώματος, ενισχύοντας την πιθανότητα ότι τα ίδια τα φάρμακα ευθύνονται τουλάχιστον για ένα μέρος των διαφορών.
Επιβεβαιώθηκαν, μεταξύ άλλων, επίμονες επιδράσεις από αναστολείς αντλίας πρωτονίων, αντικαταθλιπτικά τύπου SSRI και ορισμένα αντιβιοτικά, όπως συνδυασμοί πενικιλλινών και μακρολίδια.
Η μελέτη προσθέτει νέα στοιχεία στην αυξανόμενη γνώση ότι το εντερικό μικροβίωμα δεν επηρεάζεται μόνο από τη σημερινή διατροφή, τον τρόπο ζωής και την κατάσταση της υγείας, αλλά και από θεραπείες που έχουν ληφθεί στο παρελθόν.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι, όταν μελετάται η σχέση μικροβιώματος και ασθενειών, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ολόκληρο το ιστορικό φαρμακευτικής αγωγής. Αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να διακρίνουν καλύτερα ποιες αλλαγές στο μικροβίωμα σχετίζονται με μια ασθένεια και ποιες αποτελούν μακροχρόνιο «αποτύπωμα» προηγούμενων φαρμακευτικών θεραπειών.
Tags: μικροβίωμα
