ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Προβλήματα όσφρησης και γεύσης σε μικρό ποσοστό θεραπευομένων με GLP-1

03 Ιουλίου 2026, 09:00

images

Νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι η χρήση των αγωνιστών του υποδοχέα GLP-1 (GLP-1 receptor agonists, GLP-1 RAs) για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο διαταραχών της όσφρησης και της γεύσης. Παρότι ο σχετικός κίνδυνος είναι αυξημένος κατά περίπου 38%, οι ερευνητές τονίζουν ότι ο απόλυτος κίνδυνος παραμένει πολύ χαμηλός και, συνεπώς, η διακοπή της θεραπείας δεν θα πρέπει να γίνεται αυτόματα, αλλά μόνο μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση και κοινή λήψη αποφάσεων μεταξύ ιατρού και ασθενούς.

Οι διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης δεν αποτελούν άγνωστο πρόβλημα στους ασθενείς με διαβήτη τύπου 2. Η ίδια η νόσος έχει συσχετιστεί με μειωμένη αισθητηριακή αντίληψη, πιθανώς λόγω διαβητικής νευροπάθειας και μικροαγγειακών επιπλοκών. Ωστόσο, επειδή οι GLP-1 αγωνιστές φαίνεται να επηρεάζουν περιοχές του οργανισμού που σχετίζονται με την όσφρηση και τη γεύση, όπως ο οσφρητικός βολβός και οι γευστικοί κάλυκες, οι ερευνητές διερεύνησαν κατά πόσο η θεραπεία αυτή αυξάνει περαιτέρω τον κίνδυνο εμφάνισης τέτοιων συμπτωμάτων.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό JAMA Otolaryngology–Head & Neck Surgery, ήταν πολυκεντρική και αναδρομική. Οι ερευνητές αξιοποίησαν τη βάση ηλεκτρονικών ιατρικών αρχείων TriNetX και ανέλυσαν δεδομένα ασθενών με διαβήτη τύπου 2 που έλαβαν θεραπεία μεταξύ Δεκεμβρίου 2017 και Απριλίου 2026. Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 876.948 ασθενείς, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ισάριθμες ομάδες των 438.474 ατόμων. Η πρώτη ομάδα έλαβε θεραπεία με GLP-1 αγωνιστές, ενώ η δεύτερη έλαβε άλλες αντιδιαβητικές αγωγές χωρίς GLP-1. Οι δύο ομάδες εξισορροπήθηκαν ως προς την ηλικία, το φύλο, τα κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά και άλλους κλινικούς παράγοντες ώστε να είναι συγκρίσιμες.

Με μέση διάρκεια παρακολούθησης δύο ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι ασθενείς που λάμβαναν GLP-1 αγωνιστές εμφάνισαν υψηλότερη συχνότητα διαταραχών της γεύσης και της όσφρησης. Συγκεκριμένα, οποιαδήποτε διαταραχή καταγράφηκε στο 0,37% των ασθενών που έλαβαν GLP-1 έναντι 0,22% στην ομάδα ελέγχου. Η σχετική αύξηση του κινδύνου ήταν 48%, όμως η απόλυτη διαφορά ήταν μόλις 0,15%, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται η θεραπεία περίπου 670 ασθενών για να εμφανιστεί ένα επιπλέον περιστατικό αισθητηριακής διαταραχής.

Οι διαταραχές της γεύσης εμφανίστηκαν στο 0,18% των ασθενών που λάμβαναν GLP-1 αγωνιστές, έναντι 0,10% στην ομάδα ελέγχου. Αντίστοιχα, οι διαταραχές της όσφρησης παρατηρήθηκαν στο 0,15% έναντι 0,07%. Όσον αφορά τις ειδικότερες διαταραχές της όσφρησης, η ανοσμία (πλήρης απώλεια όσφρησης) εμφανίστηκε στο 0,13% των ασθενών της ομάδας GLP-1, έναντι 0,07% της ομάδας ελέγχου, ενώ η παροσμία (παραμορφωμένη αντίληψη των οσμών) καταγράφηκε στο 0,05% έναντι 0,02%, αντίστοιχα.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι, παρά τη μικρή συχνότητα εμφάνισης, οι διαταραχές της όσφρησης και της γεύσης έχουν σημαντική κλινική σημασία, καθώς έχουν συσχετιστεί με μειωμένη ποιότητα ζωής, δυσκολίες στη διατροφή, αλλά και με σοβαρότερες καταστάσεις, όπως νευροεκφυλιστικές νόσοι και αυξημένη θνησιμότητα. Επιπλέον, στους ασθενείς με διαβήτη ενδέχεται να αποτελούν πρώιμο δείκτη εμφάνισης επιπλοκών της νόσου.

Παρόλα αυτά, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι οι αποδεδειγμένες ωφέλειες των GLP-1 αγωνιστών – όπως η αποτελεσματική ρύθμιση του σακχάρου, η απώλεια σωματικού βάρους και η μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου – υπερτερούν σαφώς του μικρού αυτού κινδύνου. Για τον λόγο αυτό, όταν ένας ασθενής αναφέρει αλλαγές στην όσφρηση ή στη γεύση, οι ιατροί θα πρέπει πρώτα να ακολουθούν τη συνήθη διαγνωστική διερεύνηση και να μην αποδίδουν αυτόματα τα συμπτώματα στο φάρμακο.

Προηγούμενες μελέτες είχαν επίσης αναφέρει διαταραχές της γεύσης και της όσφρησης σε ασθενείς που λάμβαναν φάρμακα όπως η σεμαγλουτίδη και η τιρζεπατίδη. Ωστόσο, άλλες έρευνες έχουν δείξει ότι οι GLP-1 αγωνιστές μπορεί να ενισχύουν την αντίληψη γλυκών και αλμυρών γεύσεων, γεγονός που πιθανώς συμβάλλει στη μείωση της όρεξης και στην αποτελεσματικότερη απώλεια βάρους. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι διαταραχές όσφρησης και γεύσης αποτελούν μηχανισμό μέσω του οποίου τα φάρμακα αυτά επιτυγχάνουν την απώλεια βάρους.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και πρόσφατα δεδομένα που δείχνουν ότι η δυσλειτουργία της όσφρησης μπορεί να βελτιωθεί μέσω προπόνησης της όσφρησης. Η μέθοδος περιλαμβάνει δύο καθημερινές συνεδρίες διάρκειας έξι λεπτών, κατά τις οποίες οι ασθενείς εκτίθενται σε συγκεκριμένες οσμές, όπως τριαντάφυλλο, ευκάλυπτο, λεμόνι, γαρίφαλο, καφέ και κανέλα. Η παρέμβαση αυτή φάνηκε να βελτιώνει τόσο την όσφρηση όσο και ορισμένες γνωστικές λειτουργίες σε ασθενείς με διαβήτη.

Συνολικά, οι ειδικοί καταλήγουν ότι οι GLP-1 αγωνιστές παραμένουν ιδιαίτερα ασφαλή και αποτελεσματικά φάρμακα. Ο μικρός κίνδυνος διαταραχών της γεύσης και της όσφρησης δεν δικαιολογεί τη διακοπή της θεραπείας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με ανεπαρκώς ελεγχόμενο διαβήτη, καρδιαγγειακή νόσο ή σοβαρή παχυσαρκία. Αντίθετα, η απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα, αφού συνεκτιμηθούν τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι για κάθε ασθενή.


Σχετικά Άρθρα