ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Η σεροτονίνη συνδέεται και με την υγεία της καρδιάς

30 Ιουλίου 2026, 09:00

images

Η σεροτονίνη είναι γνωστή κυρίως για τον ρόλο της στη διάθεση, τον ύπνο και την πέψη. Ωστόσο, νέα επιστημονικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι μπορεί να επηρεάζει και την υγεία της καρδιάς, ειδικότερα τη μιτροειδή βαλβίδα. Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Science Translational Medicine από ερευνητές του Πανεπιστημίου Columbia και άλλων αμερικανικών ιδρυμάτων έδειξε ότι η μειωμένη δραστηριότητα του μεταφορέα σεροτονίνης (SERT) ίσως επιταχύνει την επιδείνωση της εκφυλιστικής ανεπάρκειας της μιτροειδούς βαλβίδας (Degenerative Mitral Regurgitation – DMR).

Η μιτροειδής βαλβίδα βρίσκεται ανάμεσα στον αριστερό κόλπο και την αριστερή κοιλία της καρδιάς και λειτουργεί σαν μονόδρομη βαλβίδα, εμποδίζοντας την παλινδρόμηση του αίματος κατά τη συστολή της καρδιάς. Στην εκφυλιστική ανεπάρκεια, οι γλωχίνες της βαλβίδας χάνουν τη φυσιολογική τους δομή, γίνονται παχύτερες ή πιο χαλαρές και δεν κλείνουν σωστά. Ως αποτέλεσμα, μέρος του αίματος επιστρέφει προς τον αριστερό κόλπο αντί να προωθείται στην κυκλοφορία.

Στα αρχικά στάδια, η πάθηση μπορεί να μην προκαλεί συμπτώματα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, εμφανίζονται δύσπνοια, εύκολη κόπωση και μειωμένη αντοχή, ενώ η καρδιά αναγκάζεται να εργάζεται πιο έντονα. Αν δεν αντιμετωπιστεί, μπορεί να οδηγήσει σε κολπική μαρμαρυγή ή καρδιακή ανεπάρκεια. Αν και τα φάρμακα βοηθούν στον έλεγχο των συμπτωμάτων, δεν μπορούν να αποκαταστήσουν τη βλάβη της βαλβίδας. Σε προχωρημένες περιπτώσεις απαιτείται χειρουργική επιδιόρθωση ή αντικατάστασή της.

Η σεροτονίνη δρα ως χημικός αγγελιοφόρος σε πολλά όργανα του σώματος. Η δράση της ρυθμίζεται από τον μεταφορέα SERT, ο οποίος επαναφέρει τη σεροτονίνη μέσα στα κύτταρα, περιορίζοντας τη διάρκειά της. Τα αντικαταθλιπτικά της κατηγορίας των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), όπως η φλουοξετίνη και η σερτραλίνη, αναστέλλουν τη λειτουργία του SERT, αυξάνοντας τα επίπεδα της σεροτονίνης στον οργανισμό. Οι ερευνητές διερεύνησαν αν αυτή η επίδραση θα μπορούσε να επηρεάζει και τους ήδη εκφυλισμένους καρδιακούς ιστούς.

Η ομάδα ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 9.000 ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε επέμβαση μιτροειδούς βαλβίδας, καθώς και δείγματα βαλβιδικού ιστού. Διαπίστωσε ότι όσοι λάμβαναν SSRIs υποβάλλονταν συχνότερα σε χειρουργική επέμβαση σε μικρότερη ηλικία. Παρότι το εύρημα δείχνει συσχέτιση, δεν αποδεικνύει ότι τα αντικαταθλιπτικά προκαλούν ταχύτερη εξέλιξη της νόσου, καθώς ενδέχεται να παρεμβάλλονται και άλλοι παράγοντες.

Για να διερευνήσουν τον πιθανό μηχανισμό, οι επιστήμονες πραγματοποίησαν πειράματα σε ποντίκια και ανθρώπινα κύτταρα. Ποντίκια χωρίς το γονίδιο SERT ή ζώα που έλαβαν υψηλές δόσεις SSRIs εμφάνισαν πάχυνση της μιτροειδούς βαλβίδας, γεγονός που υποδηλώνει ότι η χαμηλή δραστηριότητα του μεταφορέα μπορεί να συμβάλλει στις δομικές αλλοιώσεις της.

Παράλληλα, οι ερευνητές εξέτασαν μια γενετική παραλλαγή του γονιδίου SERT, γνωστή ως 5-HTTLPR. Άτομα που έφεραν δύο αντίγραφα της «μακράς» παραλλαγής παρουσίαζαν χαμηλότερη δραστηριότητα του μεταφορέα και υποβάλλονταν συχνότερα σε χειρουργική επέμβαση. Στο εργαστήριο, τα κύτταρα αυτών των ασθενών ανταποκρίνονταν εντονότερα στη σεροτονίνη και παρήγαγαν περισσότερο κολλαγόνο, γεγονός που οδηγεί σε πάχυνση και σκλήρυνση της βαλβίδας. Τα ίδια κύτταρα ήταν επίσης πιο ευαίσθητα στη φλουοξετίνη.

Με βάση αυτά τα ευρήματα, οι επιστήμονες πρότειναν ότι στο μέλλον ένας απλός γενετικός έλεγχος θα μπορούσε να εντοπίζει ασθενείς με αυξημένο κίνδυνο ταχείας επιδείνωσης, ώστε να παρακολουθούνται στενότερα ή να χειρουργούνται νωρίτερα. Ωστόσο, η εξέταση αυτή δεν αποτελεί ακόμη μέρος της συνήθους κλινικής πρακτικής και απαιτούνται επιπλέον μελέτες για να αποδειχθεί ότι βελτιώνει πραγματικά τη φροντίδα των ασθενών.

Οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν πως τα SSRIs είναι επικίνδυνα για όλους. Σε υγιείς βαλβίδες δεν παρατηρήθηκαν αντίστοιχες βλάβες και δεν υπάρχουν στοιχεία που να δικαιολογούν τη διακοπή αντικαταθλιπτικής αγωγής χωρίς ιατρική συμβουλή. Η πιθανή επίδραση φαίνεται να αφορά κυρίως άτομα των οποίων η μιτροειδής βαλβίδα έχει ήδη αρχίσει να εκφυλίζεται.

Μεταγενέστερες μελέτες, από το 2024 έως το 2026, ενίσχυσαν την υπόθεση ότι η σηματοδότηση της σεροτονίνης συμμετέχει και σε άλλες παθήσεις των καρδιακών βαλβίδων, όπως η στένωση της αορτικής βαλβίδας. Πειράματα σε ζώα έδειξαν ότι ο υποδοχέας HTR2B αποτελεί πιθανό θεραπευτικό στόχο, ενώ μια μετα-ανάλυση του 2026 κατέγραψε συσχέτιση μεταξύ φαρμάκων που επηρεάζουν τον SERT και των βαλβιδοπαθειών. Ωστόσο, οι περισσότερες αποδείξεις προέρχονται από εργαστηριακές ή παρατηρητικές μελέτες και όχι από μεγάλες κλινικές δοκιμές.

Συνολικά, τα ευρήματα υποδηλώνουν ότι η σεροτονίνη μπορεί να επηρεάζει την εξέλιξη ορισμένων βαλβιδοπαθειών και ανοίγουν νέους δρόμους για τη διάγνωση και τη θεραπεία τους. Παρόλα αυτά, απαιτείται περισσότερη έρευνα πριν τα αποτελέσματα αυτά εφαρμοστούν στην καθημερινή ιατρική πράξη. Προς το παρόν, η τακτική καρδιολογική παρακολούθηση και η εξατομικευμένη θεραπεία παραμένουν η ασφαλέστερη προσέγγιση.


Σχετικά Άρθρα