Γιατί οι καύσωνες επηρεάζουν πιο πολύ τις γυναίκες
10 Ιουλίου 2026, 07:00
Οι ολοένα και συχνότεροι και εντονότεροι καύσωνες, ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, δεν επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Σύμφωνα με ειδικούς, οι γυναίκες είναι βιολογικά αλλά και κοινωνικά πιο ευάλωτες στις υψηλές θερμοκρασίες, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο εξάντλησης από τη ζέστη, καρδιαγγειακών προβλημάτων και, πιθανώς, θανάτου κατά τη διάρκεια ακραίων επεισοδίων καύσωνα.
Όπως εξηγεί η Δρ Nighat Arif, γενική ιατρός του βρετανικού NHS με εξειδίκευση στην υγεία των γυναικών, κάθε καύσωνας λειτουργεί σαν ένα «τεστ αντοχής» για το καρδιαγγειακό σύστημα. Στις γυναίκες, το τεστ αυτό είναι ακόμη πιο απαιτητικό εξαιτίας των ορμονικών μεταβολών και των διαφορών στον τρόπο με τον οποίο ο οργανισμός τους ρυθμίζει τη θερμοκρασία.
Έρευνες δείχνουν ότι οι γυναίκες ιδρώνουν λιγότερο και αρχίζουν να ιδρώνουν σε υψηλότερη θερμοκρασία από τους άνδρες. Αυτό δυσκολεύει την αποβολή της περίσσειας θερμότητας και κάνει πιο δύσκολη την αναγνώριση των πρώτων σημείων υπερθέρμανσης, αφού το σώμα δεν εμφανίζει τόσο έντονη εφίδρωση. Παράλληλα, οι γυναίκες έχουν κατά μέσο όρο υψηλότερη εσωτερική θερμοκρασία σώματος και μεγαλύτερο ποσοστό λίπους, το οποίο λειτουργεί ως επιπλέον μονωτικό στρώμα, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο την αποβολή της θερμότητας.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν και οι φυσιολογικές ορμονικές διακυμάνσεις. Τα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια του εμμηνορροϊκού κύκλου, της εγκυμοσύνης, του θηλασμού, της περιεμμηνόπαυσης και της εμμηνόπαυσης. Οι αλλαγές αυτές επηρεάζουν το θερμορρυθμιστικό σύστημα του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να δυσκολεύεται περισσότερο να διατηρήσει σταθερή τη θερμοκρασία του όταν επικρατεί έντονη ζέστη.
Εκτός από τους βιολογικούς παράγοντες, σημαντικό ρόλο παίζουν και οι κοινωνικές συνθήκες. Οι γυναίκες συχνά έχουν χαμηλότερα εισοδήματα ή αναλαμβάνουν τη φροντίδα παιδιών και ηλικιωμένων, γεγονός που μπορεί να περιορίζει τον χρόνο και τις δυνατότητές τους να προστατευθούν αποτελεσματικά από τη ζέστη. Επιπλέον, επειδή οι γυναίκες ζουν κατά μέσο όρο περισσότερα χρόνια, είναι πιθανότερο να ανήκουν στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, οι οποίες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στους καύσωνες. Παθήσεις όπως η άνοια ή η λήψη διουρητικών φαρμάκων για την υπέρταση αυξάνουν ακόμη περισσότερο τον κίνδυνο αφυδάτωσης και θερμικής καταπόνησης.
Η περίοδος μπορεί επίσης να γίνει πιο δύσκολη κατά τη διάρκεια ενός καύσωνα. Στο δεύτερο μισό του κύκλου αυξάνεται η προγεστερόνη, γεγονός που ανεβάζει τη βασική θερμοκρασία του σώματος και εντείνει το αίσθημα δυσφορίας. Με την έναρξη της εμμήνου ρύσεως, τα επίπεδα των οιστρογόνων πέφτουν σημαντικά, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τη θερμορύθμιση και αυξάνοντας την επιβάρυνση του καρδιαγγειακού συστήματος.
Πολλές γυναίκες ανέφεραν ότι στον πρόσφατο καύσωνα ένιωσαν ασυνήθιστα έντονη κόπωση, ζάλη, εξάψεις, αϋπνία, κράμπες και δυσκολία συγκέντρωσης. Επιπλέον, η απώλεια αίματος κατά την περίοδο συνοδεύεται από απώλεια σιδήρου. Η έλλειψη σιδήρου, ιδιαίτερα σε γυναίκες με έντονη έμμηνο ρύση, μειώνει τη μεταφορά οξυγόνου στους ιστούς και αυξάνει την καταπόνηση της καρδιάς, ενώ μπορεί να επιδεινώσει και την κόπωση.
Ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στην περιεμμηνόπαυση και την εμμηνόπαυση. Η φυσιολογική μείωση των οιστρογόνων προκαλεί εξάψεις και νυχτερινές εφιδρώσεις, συμπτώματα που γίνονται συχνότερα και εντονότερα όταν επικρατούν πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Το ίδιο ισχύει και για γυναίκες που βρίσκονται σε τεχνητή εμμηνόπαυση λόγω θεραπείας για ορισμένες μορφές καρκίνου ή σοβαρών γυναικολογικών παθήσεων. Πολλές περιγράφουν τις νύχτες του καύσωνα ως ιδιαίτερα δύσκολες, καθώς οι εξάψεις συνδυάζονται με τη ζέστη του περιβάλλοντος, διαταράσσοντας σημαντικά τον ύπνο και την καθημερινότητά τους.
Η εγκυμοσύνη αποτελεί επίσης περίοδο αυξημένου κινδύνου. Το σώμα της εγκύου παράγει περισσότερη μεταβολική θερμότητα και χρειάζεται μεγαλύτερες ποσότητες υγρών, ενώ η καρδιά εργάζεται εντονότερα για να καλύψει τις ανάγκες τόσο της μητέρας όσο και του εμβρύου. Οι ορμονικές μεταβολές της εγκυμοσύνης επηρεάζουν επίσης τη θερμορύθμιση, κάνοντας πολλές εγκύους να αισθάνονται υπερβολική ζέστη. Μελέτες υποδεικνύουν ότι η θερμική καταπόνηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο επιπλοκών, ιδιαίτερα σε κυήσεις υψηλού κινδύνου.
Οι ειδικοί τονίζουν ότι η παρατεταμένη έκθεση στη ζέστη συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακών προβλημάτων, ειδικά στις γυναίκες. Η απώλεια υγρών και αλάτων μέσω της εφίδρωσης μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης, θερμική εξάντληση και, σε σοβαρές περιπτώσεις, θερμοπληξία ή ακόμη και έμφραγμα.
Για τον λόγο αυτό συνιστούν καλή ενυδάτωση, παραμονή σε δροσερούς χώρους, χρήση ανεμιστήρων ή άλλων μέσων ψύξης, αποφυγή άσκησης τις θερμές ώρες της ημέρας και προγραμματισμό της φυσικής δραστηριότητας νωρίς το πρωί ή μετά τη δύση του ήλιου. Εξίσου σημαντικό είναι να αναγνωρίζονται έγκαιρα τα συμπτώματα της θερμικής εξάντλησης και να αναζητείται άμεσα βοήθεια όταν εμφανίζονται.
Οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι απαιτείται μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση εργοδοτών, επαγγελματιών υγείας και πολιτείας σχετικά με τις ιδιαίτερες ανάγκες των γυναικών κατά τη διάρκεια των καυσώνων. Όπως επισημαίνουν, η προστασία των πιο ευάλωτων ομάδων δεν αποτελεί αποκλειστικά γυναικείο ζήτημα, αλλά θέμα δημόσιας υγείας που ωφελεί ολόκληρη την κοινωνία.
