ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Eξέταση αίματος θα βοηθήσει στη διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης

15 Οκτωβρίου 2025, 16:00

images

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι τουλάχιστον 17 έως 24 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ζουν με σύνδρομο χρόνιας κόπωσης (CFS), γνωστό ιατρικά ως μυαλγική εγκεφαλομυελίτιδα (ME). Το ME/CFS είναι μια νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει αρνητικά πολλά συστήματα και λειτουργίες του σώματος. Τα συμπτώματά του περιλαμβάνουν έντονη κόπωση, διογκωμένους λεμφαδένες, συμπτώματα παρόμοια με της γρίπης, μυϊκές κράμπες και τριχόπτωση. Επί του παρόντος δεν υπάρχει καμία εξέταση για τη διάγνωση του ME/CFS, κάτι που καθιστά τη διάγνωσή του δύσκολη, καθώς τα περισσότερα συμπτώματα εμφανίζονται και σε άλλες ασθένειες.

Ο καθηγητής Dmitry Pshezhetskiy, ερευνητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της East Anglia (Ηνωμένο Βασίλειο), εξηγεί: «Εδώ και δεκαετίες, τα άτομα που ζουν με ME/CFS αντιμετωπίζουν τεράστιες δυσκολίες στο να λάβουν σαφή διάγνωση. Τα συμπτώματα είναι πραγματικά, συχνά σοβαρά και αλλάζουν τη ζωή, αλλά δεν υπήρχε μέχρι σήμερα κάποια αντικειμενική ιατρική εξέταση για επιβεβαίωση».

Ωστόσο, μία νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Journal of Translational Medicine δίνει ελπίδα: ερευνητές από το Πανεπιστήμιο East Anglia και τη βιοτεχνολογική εταιρεία Oxford Biodynamics ανέπτυξαν μια αιματολογική εξέταση που μπορεί να διαγνώσει το ME/CFS με ακρίβεια 96%.

Πώς λειτουργεί η εξέταση αίματος για το ME/CFS

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δείγματα αίματος από 47 άτομα με σοβαρό ME/CFS και 61 υγιείς συμμετέχοντες. Με τη βοήθεια της τεχνολογίας EpiSwitch 3D Genomics ανέπτυξαν τη νέα διαγνωστική μέθοδο.

Ο Pshezhetskiy αναφέρει: «Η εξέταση μελετά τον τρόπο που το DNA “διπλώνεται” μέσα στα κύτταρά μας — κάτι που ονομάζουμε 3D γονιδιωματική. Μπορούμε να φανταστούμε το DNA σαν ένα όριγκαμι: τα “διπλώματά” του ενεργοποιούν ή απενεργοποιούν γονίδια. Σε άτομα με ME/CFS, ανακαλύψαμε ένα μοναδικό μοτίβο αυτών των διπλωμάτων που δεν υπάρχει στους υγιείς ανθρώπους».

Με βάση αυτό το μοτίβο, η εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει τη βιολογική “υπογραφή” του ME/CFS από ένα απλό δείγμα αίματος, εύκολα και με ακρίβεια.

Ταχύτερη και ακριβέστερη διάγνωση

Η νέα εξέταση πέτυχε ποσοστό ακρίβειας 96%, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά υψηλό για μια τόσο πολύπλοκη και πολυπαραγοντική πάθηση.

Σύμφωνα με τον Pshezhetskiy: «Αυτό σημαίνει ότι η εξέταση μπορεί να αναγνωρίσει σχεδόν όλες τις πραγματικές περιπτώσεις, αποφεύγοντας τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα. Έτσι οι γιατροί μπορούν να κάνουν οριστική διάγνωση χωρίς να χρειάζεται να περάσουν οι ασθενείς χρόνια ψάχνοντας απαντήσεις».

Επιπλέον, η ανάλυση των πάνω από 1 εκατομμύριο χρωμοσωμικών διαμορφώσεων αποκάλυψε περισσότερες από 200 που μεταβάλλονται στο ME/CFS. Αυτές οι μεταβολές σχετίζονται με ανοσολογικές και φλεγμονώδεις οδούς, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε νέες στοχευμένες θεραπείες.

Ελπίδα για τους ασθενείς

Ο Δρ. David Cutler, ιατρός οικογενειακής ιατρικής στο Providence Saint John’s Health Center (Καλιφόρνια), σχολίασε ότι η μελέτη αυτή προσφέρει πραγματική ελπίδα στους ασθενείς.

«Μέχρι τώρα δεν υπήρχε καμία εξέταση αίματος που να μπορεί να επιβεβαιώσει ποιος έχει και ποιος δεν έχει το σύνδρομο χρόνιας κόπωσης. Η νέα έρευνα δείχνει ακρίβεια άνω του 90%, αλλά τα αποτελέσματα προέρχονται από μικρό δείγμα 47 ασθενών με σοβαρά συμπτώματα, οπότε χρειάζεται περαιτέρω επιβεβαίωση» συμπλήρωσε.

Ανάγκη για επιπλέον μελέτες

Ο Δρ. Swapnil Patel, αντιπρόεδρος του Τμήματος Παθολογίας στο Πανεπιστήμιο Hackensack Meridian (Νιού Τζέρσεϊ), δήλωσε: «Το ME/CFS είναι δύσκολο να διαγνωστεί. Κάθε πρόοδος που βοηθά να βρεθούν αντικειμενικοί δείκτες είναι ενθαρρυντική. Ωστόσο, χρειάζονται μεγαλύτερες, πολυκεντρικές μελέτες για να επιβεβαιωθεί η ακρίβεια και η αξιοπιστία της εξέτασης».

Εξήγησε επίσης ότι η κόπωση μπορεί να προκύψει από πολλές άλλες αιτίες, όπως ορμονικές διαταραχές, ανεπάρκειες βιταμινών ή αυτοάνοσες ασθένειες, γι’ αυτό και ένα αξιόπιστο τεστ για το CFS θα μπορούσε να επιταχύνει τη διάγνωση.

Συνεπώς, η νέα εξέταση αίματος προσφέρει ελπίδα για ταχύτερη, ακριβέστερη και αντικειμενική διάγνωση του συνδρόμου χρόνιας κόπωσης. Αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα, θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη στοχευμένων θεραπειών και τη βελτίωση της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων που πάσχουν από αυτή την εξουθενωτική πάθηση.



Σχετικά Άρθρα