ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Αλλαγή στην αντιμετώπιση καρκίνου του μαστού με τη μελέτη PIONEER

27 Ιανουαρίου 2026, 07:00

images

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, πάνω από το 99% των περιστατικών καρκίνου του μαστού διαγιγνώσκονται σε γυναίκες και λιγότερο από 1% σε άνδρες. Ο καρκίνος του μαστού αποτελεί τη συχνότερη μορφή καρκίνου στις γυναίκες σε 157 από τις 185 χώρες παγκοσμίως και κάθε χρόνο διαγιγνώσκονται περίπου 2,3 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις. Περίπου το 75% των καρκίνων του μαστού είναι θετικοί στους υποδοχείς οιστρογόνων (ER-positive), δηλαδή η ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων διεγείρεται από τα οιστρογόνα. Για τον λόγο αυτό, η βασική θεραπευτική προσέγγιση περιλαμβάνει φάρμακα που αναστέλλουν τη δράση ή την παραγωγή των οιστρογόνων.

Ωστόσο, η αντι-οιστρογονική θεραπεία συνοδεύεται συχνά από ενοχλητικές ανεπιθύμητες ενέργειες, παρόμοιες με τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης, όπως εξάψεις, πόνοι στις αρθρώσεις και στους μυς, καθώς και απώλεια οστικής πυκνότητας. Αυτές οι παρενέργειες μπορεί να επηρεάσουν τη συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπεία, η οποία συχνά διαρκεί από 5 έως 10 χρόνια.

Η μελέτη PIONEER, που πραγματοποιήθηκε από ερευνητές στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ και δημοσιεύθηκε στο NatureCancer, έφερε νέα δεδομένα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα συνθετικά προγεσταγόνα, όπως η οξική μεγκεστρόλη (megestrolacetate), εκτός από το ότι μειώνουν τις εξάψεις και άλλα συμπτώματα, μπορούν να επιβραδύνουν και την ανάπτυξη των ER-θετικών όγκων του μαστού. Συγκεκριμένα, όταν η μεγκεστρόλη χορηγήθηκε σε συνδυασμό με το αντι-οιστρογονικό φάρμακο λετροζόλη, παρατηρήθηκε σημαντική μείωση του πολλαπλασιασμού των καρκινικών κυττάρων, ακόμη και σε χαμηλές δόσεις.

Η λετροζόλη είναι ένα ευρέως χρησιμοποιούμενο φάρμακο, κυρίως σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, και δρα μειώνοντας την παραγωγή οιστρογόνων στον οργανισμό. Έχει αποδειχθεί ότι μειώνει την υποτροπή του καρκίνου και βελτιώνει την επιβίωση, αλλά προκαλεί συχνά συμπτώματα όπως εξάψεις, μυοσκελετικούς πόνους, αύξηση της χοληστερόλης και απώλεια οστικής μάζας. Για την αντιμετώπιση αυτών των συμπτωμάτων, σε ορισμένες περιπτώσεις χορηγείται η μεγκεστρόλη, ένα συνθετικό προγεσταγόνο που είναι γνωστό ότι μειώνει τις εξάψεις ακόμη και σε χαμηλές δόσεις.

Στη δοκιμή PIONEER συμμετείχαν 244 γυναίκες με πρώιμο στάδιο ER-θετικού καρκίνου του μαστού από 10 νοσοκομεία του Ηνωμένου Βασιλείου. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες πριν από τη χειρουργική επέμβαση:

Η πρώτη ομάδα έλαβε μόνο λετροζόλη.

Η δεύτερη ομάδα έλαβε λετροζόλη σε συνδυασμό με 40 mg μεγκεστρόλης.

Η τρίτη ομάδα έλαβε λετροζόλη με 160 mg μεγκεστρόλης.

Από αυτές, 198 γυναίκες ολοκλήρωσαν τη θεραπεία διάρκειας δύο εβδομάδων και τα δείγματα όγκου τους ήταν κατάλληλα για αξιολόγηση του κυτταρικού πολλαπλασιασμού. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η προσθήκη μεγκεστρόλης ενίσχυσε τη δράση της λετροζόλης στη μείωση της ανάπτυξης του όγκου. Το σημαντικό εύρημα ήταν ότι η χαμηλή δόση των 40 mg ήταν εξίσου αποτελεσματική με τη δόση των 160 mg.

Η μεγκεστρόλη, αν και αποτελεσματική, μπορεί να προκαλέσει παρενέργειες όπως αύξηση βάρους, υπέρταση, κατακράτηση υγρών και αυξημένο κίνδυνο θρομβόσεωνοι οποίες είναι δοσοεξαρτώμενεςΤο γεγονός ότι η χαμηλή δόση εμφάνισε την ίδια αντικαρκινική δράση υποδηλώνει ότι οι ασθενείς θα μπορούσαν να επωφεληθούν με μικρότερο κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών.

Οι ερευνητές προτείνουν δύο πιθανούς μηχανισμούς δράσης της μεγκεστρόλης: αφενόςμειώνει τις εξάψεις και βελτιώνει τη συμμόρφωση των ασθενών στη μακροχρόνια θεραπεία. Αφετέρου, φαίνεται να έχει άμεση αντιπολλαπλασιαστική δράση στα καρκινικά κύτταρα, περιορίζοντας τη σηματοδότηση των οιστρογόνων.

Παρότι τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι πρόκειται για μια μικρή και βραχυχρόνια μελέτη. Απαιτούνται μεγαλύτερες, μακροχρόνιες κλινικές δοκιμές για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια του συνδυασμού αυτού πριν ενταχθεί στην καθιερωμένη κλινική πρακτική. Ωστόσο, η μελέτη ανοίγει τον δρόμο για θεραπείες που όχι μόνο ελέγχουν καλύτερα τη νόσο, αλλά και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

Σχετικά Άρθρα