8–14 Μαρτίου, Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος
12 Μαρτίου 2026, 09:00
Στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Εβδομάδας Γλαυκώματος (8-14/03) και με πρώτιστο γνώμονα την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου γύρω από την πάθηση, συμπτώματα, τρόπους πρόληψης και αντιμετώπισης, παρουσιάστηκαν στοιχεία και δεδομένα αναφορικά με την πάθηση του Γλαυκώματος, καθώς και οι τρόποι πρόληψης και αντιμετώπισής του. Η Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος (World Glaucoma Week – WGW) αποτελεί διεθνή πρωτοβουλία που διοργανώνεται από την World Glaucoma Association από το 2008, με στόχο την ενημέρωση για το γλαύκωμα και την πρόληψη της τύφλωσης από γλαύκωμα.
Το γλαύκωμα είναι η κύρια αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης παγκοσμίως, παραμένει όμως σε μεγάλο βαθμό αδιάγνωστο, καθώς στα αρχικά στάδια δεν εμφανίζει συμπτώματα. Οι περισσότεροι ασθενείς δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν μέχρι να έχει ήδη προκληθεί σημαντική βλάβη στην όραση. Για τον λόγο αυτό, η τακτική οφθαλμολογική εξέταση είναι καθοριστικής σημασίας, ιδιαίτερα μετά την ηλικία των 40–45 ετών.
Καθώς η νόσος εξελίσσεται αθόρυβα και συχνά παραμένει «αόρατη» στα πρώιμα στάδια, πολλοί ασθενείς χάνουν μέρος της όρασής τους πριν αντιληφθούν ότι κινδυνεύουν. Η ενημέρωση και ο συστηματικός έλεγχος αποτελούν τον μόνο αξιόπιστο τρόπο πρόληψης — συστήνεται έλεγχος κάθε δύο χρόνια πριν τα 40 και κάθε χρόνο μετά. Η έγκαιρη διάγνωση μπορεί να αποτρέψει τις σοβαρές επιπτώσεις που προκαλεί η προχωρημένη νόσος στην καθημερινότητα και στην ποιότητα ζωής.
Η συχνότητα του γλαυκώματος ανέρχεται σε 2,5% στα άτομα άνω των 45 ετών και αυξάνει με την αύξηση του ηλικιακού φάσματος. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα δεδομένα της Thessaloniki Eye Study (μεγάλη επιδημιολογική μελέτη των οφθαλμολογικών νοσημάτων με διεθνή απήχηση), η συχνότητα φτάνει το 5,5% σε ηλικίες άνω των 60 ετών. Με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα, εκτιμάται ότι περίπου 170.000 Έλληνες άνω των 60 ετών πάσχουν από γλαύκωμα, ενώ το 50% αυτών δηλαδή περίπου 85.000 άτομα, παραμένουν αδιάγνωστοι. Ο τακτικός οφθαλμολογικός έλεγχος βοηθάει στη έγκαιρη διάγνωση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την Thessaloniki Eye Study, οι ασθενείς που δεν είχαν εξετασθεί τον τελευταίο χρόνο από οφθαλμίατρο είχαν 6 φορές αυξημένο κίνδυνο να είναι αδιάγνωστοι.
Το μήνυμα της Παγκόσμιας Εβδομάδας Γλαυκώματος είναι σαφές: η Πρόληψη και ο Τακτικός Έλεγχος μπορούν να Προστατεύσουν την ‘Οραση και να Αποτρέψουν τη Μη Αναστρέψιμη Απώλειά της.
Τι πρέπει να γνωρίζουμε για το γλαύκωμα
Μια νόσος που εξελίσσεται ύπουλα, καθώς συνήθως δεν εμφανίζει συμπτώματα στα αρχικά στάδια, και αποτελεί την πιο συχνή αιτία μη αναστρέψιμης τύφλωσης παγκοσμίως, είναι το γλαύκωμα. Απέναντι σε μια τέτοια πάθηση, που εξαιτίας των χαρακτηριστικών της ονομάζεται συχνά «ο σιωπηλός κλέφτης της όρασης», μόνο η πρόληψη και η έγκαιρη διάγνωση μπορούν να μειώσουν δραστικά τον κίνδυνο απώλειας όρασης. Αυτό είναι το μήνυμα της φετινής Παγκόσμιας Εβδομάδας Γλαυκώματος, 8-14 Μαρτίου.
Το γλαύκωμα είναι μια ομάδα παθήσεων που προκαλούν προοδευτική βλάβη στο οπτικό νεύρο, συχνά λόγω αυξημένης ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ). Σύμφωνα με τα δεδομένα του World Glaucoma Association, πάνω από το 50% των ασθενών δεν γνωρίζει ότι πάσχει μέχρι να εμφανιστεί σημαντική απώλεια όρασης.
Η απειλή αφορά σημαντικό ποσοστό του γενικού πληθυσμού, καθώς το 2020 περίπου 76 εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με γλαύκωμα, ενώ ο αριθμός αυτός αναμένεται να ξεπεράσει τα 110 εκατ. έως το 2040. Νεότερα δεδομένα, μάλιστα, εκτιμούν ότι ο συνολικός πληθυσμός με ανοικτής γωνίας γλαύκωμα θα αυξηθεί από 81 εκατ. το 2024 σε 185 εκατ. μέχρι το 2060, εξαιτίας της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης της μυωπίας.
Αυξημένο κίνδυνο νόσησης έχουν:
-Ηλικιωμένοι ενήλικες, με τη συχνότητα να αυξάνεται σημαντικά μετά τα 60 έτη.
-Ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό, καθώς ο κίνδυνος είναι 4–10 φορές μεγαλύτερος. Υπολογίζεται ότι άτομα με θετικό οικογενειακό ιστορικό έχουν 20% πιθανότητα να αναπτύξουν γλαύκωμα στη διάρκεια της ζωής τους.
-Άτομα με υψηλή μυωπία, παράγοντας που αναμένεται να συμβάλλει σε περίπου 35 εκατ. νέες περιπτώσεις γλαυκώματος έως το 2060.
-Άτομα αφρικανικής ή ασιατικής καταγωγής, όπου το γλαύκωμα εμφανίζεται συχνότερα.
-Χρήστες κορτικοστεροειδών, ειδικά οφθαλμικών κολλυρίων, που μπορεί να αυξήσουν την ενδοφθάλμια πίεση
Το γλαύκωμα δεν εμφανίζει συμπτώματα στα αρχικά στάδια. Πολλοί ασθενείς αντιλαμβάνονται το πρόβλημα μόνο όταν η περιφερική όραση έχει αρχίσει να φθίνει, η όραση γίνεται θολή ή αμυδρή και δυσκολεύονται στην οδήγηση, στο διάβασμα ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού.
Οι επιπτώσεις της πάθησης στην καθημερινότητα είναι σημαντικές, καθώς με την εξέλιξη της νόσου επηρεάζονται:
-η οδήγηση, το περπάτημα, η εκτίμηση αποστάσεων
-η νυχτερινή όραση και η προσαρμογή σε έντονο/χαμηλό φως
-ο κίνδυνος πτώσεων και ατυχημάτων
-η ψυχική υγεία (άγχος, κατάθλιψη σε έως και 30% των ασθενών)
Κλειδί η έγκαιρη διάγνωση
Η σύγχρονη οφθαλμολογία διαθέτει πλέον πολύ ακριβή, αντικειμενικά εργαλεία που επιτρέπουν έγκαιρη διάγνωση πριν υπάρξει σοβαρή απώλεια όρασης. Οι βασικοί έλεγχοι περιλαμβάνουν:
-μέτρηση ενδοφθάλμιας πίεσης (τονομέτρηση)
-εξέταση οπτικού νεύρου
-OCT (απεικόνιση νευρικών ινών)
-οπτικό πεδίο
-γωνιοσκοπία
Η συχνότητα του προληπτικού ελέγχου εξαρτάται από την ηλικία. Σε άτομα κάτω των 40 ετών η πάθηση εμφανίζεται σε χαμηλό ποσοστό στον πληθυσμό. Σε ειδικές περιπτώσεις, προληπτικός έλεγχος συνιστάται, κυρίως, όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό. Για άτομα άνω των 40 ετών, ο έλεγχος συνιστάται να γίνεται κάθε 2 χρόνια ανεξάρτητα από το οικογενειακό ιστορικό. Ενώ μετά τα 60 χρόνια ο έλεγχος θα πρέπει να γίνεται σε ετήσια βάση.
Υπάρχει θεραπεία;
Το γλαύκωμα δεν εξαλείφεται, αλλά η θεραπεία του αφορά στο να ελέγχεται με στόχο την μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης και επιβράδυνση της επιδείνωσης. Οι τρόποι ελέγχου είναι οι ακόλουθοι:
-Φαρμακευτική αγωγή (κολλύρια): Τα κολλύρια μειώνουν την πίεση αυξάνοντας την παροχέτευση του υδατοειδούς υγρού ή μειώνοντας την παραγωγή του και αποτελούν την πρώτη γραμμή θεραπείας.
-Laser – Selective Laser Trabeculoplasty (SLT): Μελέτες δείχνουν ότι το SLT προσφέρει αποτελεσματικό έλεγχο της ενδοφθάλμιας πίεσης σε συγκεκριμένες ομάδες ασθενών μειώνοντας την ανάγκη φαρμακευτικής αγωγής και χειρουργείων.
-Χειρουργική θεραπεία: Όταν απαιτείται, εφαρμόζονται επεμβάσεις όπως ελάχιστα παρεμβατικές τεχνικές, τραμπεκουλεκτομή ή ενθέσεις βαλβίδων, ενώ η χειρουργική αντιμετώπιση παραμένει επιλογή σε προχωρημένες περιπτώσεις.
