Η πλήρης και δια παντός αποχή από τη ζάχαρη ίσως να μην είναι εντελώς σωστή
16 Ιουνίου 2026, 16:00
Η πλήρης απομάκρυνση της ζάχαρης από τη διατροφή θεωρείται από πολλούς ως ένας αποτελεσματικός τρόπος βελτίωσης της υγείας. Ωστόσο, νέα επιστημονική έρευνα που παρουσιάστηκε στο ετήσιο συνέδριο ENDO 2026 της Ενδοκρινολογικής Εταιρείας στο Σικάγο δείχνει ότι η ολοκληρωτική εξάλειψη της σακχαρόζης μπορεί να έχει απρόσμενες αρνητικές συνέπειες για το έντερο και τον μεταβολισμό. Οι ερευνητές του Dasman Diabetes Institute στο Κουβέιτ μελέτησαν ποντίκια που ακολούθησαν διατροφή χαμηλή σε λιπαρά χωρίς καθόλου σακχαρόζη, συγκρίνοντάς τα με μια ομάδα ελέγχου που κατανάλωνε την ίδια δίαιτα αλλά με φυσιολογική περιεκτικότητα σε σακχαρόζη. Η μελέτη διήρκεσε 16 εβδομάδες και αξιολόγησε διάφορους δείκτες υγείας, όπως η ανοχή στη γλυκόζη, η ευαισθησία στην ινσουλίνη, τα επίπεδα μεταβολικών ορμονών, η σύσταση του μικροβιώματος του εντέρου και οι δείκτες φλεγμονής στο παχύ έντερο και στο ήπαρ.
Παρότι τα δύο σύνολα πειραματόζωων διατήρησαν παρόμοιο σωματικό βάρος, εκείνα που στερήθηκαν πλήρως τη σακχαρόζη εμφάνισαν σημαντικές μεταβολικές διαταραχές. Συγκεκριμένα, παρουσίασαν χειρότερο έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα, αυξημένη αντίσταση στην ινσουλίνη, διαταραχές στη σύνθεση των ωφέλιμων βακτηρίων του εντέρου, εντερική φλεγμονή και αλλοιώσεις που σχετίζονται με τη μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής της έρευνας, Rasheed Ahmad, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η πλήρης εξάλειψη της σακχαρόζης από μια κατά τα άλλα ισορροπημένη διατροφή μπορεί να διαταράξει τη φυσιολογική λειτουργία του εντερικού μικροβιώματος και να επηρεάσει αρνητικά τον μεταβολισμό. Για τον λόγο αυτό, η έμφαση δεν θα πρέπει να δίνεται αποκλειστικά στην αποφυγή της ζάχαρης, αλλά στη διατήρηση μιας συνολικά ισορροπημένης διατροφής που υποστηρίζει την υγεία του πεπτικού και του ανοσοποιητικού συστήματος.
Το μικροβίωμα του εντέρου αποτελείται από δισεκατομμύρια μικροοργανισμούς που συμμετέχουν στην πέψη, στην παραγωγή βιταμινών, στη ρύθμιση του ανοσοποιητικού και στον έλεγχο του μεταβολισμού. Όταν η ισορροπία αυτών των μικροοργανισμών διαταράσσεται, αυξάνεται ο κίνδυνος εμφάνισης χρόνιων φλεγμονών και μεταβολικών νοσημάτων. Η συγκεκριμένη μελέτη υποδηλώνει ότι οι υπερβολικά περιοριστικές δίαιτες ενδέχεται να προκαλέσουν τέτοιες διαταραχές, ακόμη και αν στόχος τους είναι η βελτίωση της υγείας.
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν αποτελούν προτροπή για αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης. Αντίθετα, υπογραμμίζουν πως η μέτρια πρόσληψη υδατανθράκων στο πλαίσιο μιας ποικίλης και ισορροπημένης διατροφής είναι πιθανό να είναι πιο ωφέλιμη από την απόλυτη αποχή. Η υπερβολική κατανάλωση πρόσθετων σακχάρων εξακολουθεί να συνδέεται με παχυσαρκία, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και καρδιαγγειακά νοσήματα, όμως η πλήρης εξάλειψή τους δεν φαίνεται απαραίτητα να αποτελεί την ιδανική λύση.
Συνολικά, η έρευνα αναδεικνύει ότι η ποιότητα και η ισορροπία της διατροφής είναι σημαντικότερες από τις ακραίες διατροφικές πρακτικές. Μελλοντικές μελέτες σε ανθρώπους θα βοηθήσουν να διευκρινιστεί κατά πόσο τα αποτελέσματα αυτά ισχύουν και στον ανθρώπινο οργανισμό και θα μπορούσαν να συμβάλουν στη διαμόρφωση πιο αποτελεσματικών διατροφικών οδηγιών για την πρόληψη μεταβολικών παθήσεων, της λιπώδους νόσου του ήπατος και των χρόνιων φλεγμονωδών καταστάσεων.
