Η παιδική ευημερία στο προσκήνιο
25 Μαΐου 2026, 10:25
Η ευημερία των παιδιών, η ψυχική υγεία, η ποιότητα της εκπαίδευσης και η προσωπική ολοκλήρωση δεν πρέπει ποτέ να γίνουν προνόμια που προορίζονται για λίγους και εκλεκτούς, δήλωσε η Σάρα Ελ Χαϊρί, Ύπατη Επίτροπος για τα Παιδιά στη Γαλλία, σε συνέντευξή της στο ΚΥΠΕ, με την ευκαιρία της επίσκεψής της στην Κύπρο για τη Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου με τίτλο «Κανένα Παιδί Δεν Μένει Πίσω: Προώθηση της Ευημερίας των Παιδιών και Καταπολέμηση της Παιδικής Φτώχειας» η οποία διοργανώθηκε, στη Λευκωσία, στο πλαίσιο της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), και συγχρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η κ. Ελ Χαϊρί, η οποία επισκέφθηκε επίσης το γαλλοκυπριακό σχολείο στη Λεμεσό, μίλησε στο ΚΥΠΕ για τον ρόλο των εκπαιδευτικών συστημάτων στη διασφάλιση της ποιοτικής και υγιούς ανάπτυξης των παιδιών. Σημείωσε ότι η Διάσκεψη Υψηλού Επιπέδου χρησίμευσε, επίσης, ως υπενθύμιση των ιδιαίτερων προκλήσεων, πέρα από τις οικονομικές δυσκολίες, για τις ευάλωτες περιπτώσεις των παιδιών μεταναστών, των ασυνόδευτων ανηλίκων και των θυμάτων βίας και εκμετάλλευσης, επισημαίνοντας τις προκλήσεις για τις κυπριακές αρχές, λόγω της σημαντικής μεταναστευτικής πίεσης στη χώρα.
«Η επένδυση στην ευημερία των παιδιών δεν είναι επομένως μόνο ηθική υποχρέωση. Είναι επίσης μια επένδυση στο μέλλον των κοινωνιών μας», τόνισε η κ. Ελ Χαϊρί, σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, ότι η συγκέντρωση πλούτου σε μικρή μερίδα του πληθυσμού στην Ευρώπη, αλλά και η κακή διατροφή, λόγω των αυξανόμενων τιμών σε φρέσκα προϊόντα, έχουν αντίκτυπο στη ζωή των παιδιών, αλλά και, κατά συνέπεια, στις γενιές που θα ακολουθήσουν.
Σχετικά με το θέμα της παιδικής φτώχειας, η Ύπατη Επίτροπος υπογράμμισε ότι «η παιδική ηλικία είναι η στιγμή που αρχίζουν να διαμορφώνονται οι ανισότητες, αλλά είναι επίσης το στάδιο της ζωής όπου μπορούν να προληφθούν με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο».
Εξήγησε ότι η φτώχεια δεν μπορεί να περιοριστεί στην απλή αδυναμία κάλυψης βασικών υλικών αναγκών. «Στις κοινωνίες μας, τα παιδιά χρειάζονται πολύ περισσότερα από αυτό για να μεγαλώσουν σε υγιείς συνθήκες: ένα σταθερό περιβάλλον, ποιοτική εκπαίδευση, θρεπτικά τρόφιμα, πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, τον πολιτισμό και τον αθλητισμό, αλλά και συναισθηματική ασφάλεια και πραγματικές προοπτικές για το μέλλον», είπε.
Πρόσθεσε ότι «το να μην αφήνουμε κανένα παιδί πίσω» σημαίνει να διασφαλίζουμε ότι κάθε παιδί, ανεξάρτητα από το υπόβαθρό του, την οικογενειακή του κατάσταση ή τον τόπο κατοικίας του, έχει πρόσβαση στα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες ευκαιρίες για να πετύχει. «Αυτή η φιλοδοξία βρίσκεται στην καρδιά της Ευρωπαϊκής Εγγύησης για τα Παιδιά, που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2021», εξήγησε, σημειώνοντας ότι αυτό απαιτεί ουσιαστική πρόσβαση στην προσχολική φροντίδα, την εκπαίδευση, την υγειονομική περίθαλψη, την υγιεινή διατροφή, την αξιοπρεπή στέγαση, τις εξωσχολικές δραστηριότητες και την κοινωνική ένταξη.
Όσον αφορά το θέμα της διατροφής των παιδιών, η κ. Ελ Χαΐρι αναγνώρισε ότι πολλές ευρωπαϊκές οικογένειες, λόγω του αυξανόμενου κόστους των φρέσκων τροφίμων, ωθούνται προς υπερεπεξεργασμένα προϊόντα που είναι φθηνότερα, αλλά χαμηλής διατροφικής αξίας. «Αυτή η τάση αντικατοπτρίζεται ήδη στις στατιστικές δημόσιας υγείας: αυξανόμενη παιδική παχυσαρκία, αυξανόμενα κρούσματα διαβήτη τύπου 2 μεταξύ των νέων, πρώιμα καρδιαγγειακά προβλήματα, καθώς και συνέπειες για την ψυχική υγεία και τη γνωστική ανάπτυξη», είπε, σημειώνοντας ότι αυτό αντανακλά βαθιές κοινωνικές ανισότητες.
«Ένα παιδί που μεγαλώνει σε συνθήκες φτώχειας αντιμετωπίζει συχνά πολλές δυσκολίες ταυτόχρονα: αβέβαιη στέγαση, οικογενειακό άγχος, περιορισμένη πρόσβαση σε δραστηριότητες αναψυχής, εκπαιδευτικές δυσκολίες και μειωμένη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη», δήλωσε η Ύπατη Επίτροπος, τονίζοντας τη μακροπρόθεσμη επίδραση αυτών των μειονεκτημάτων στην ενήλικη ζωή.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις στα παιδιά από την αυξανόμενη συγκέντρωση πλούτου σε μικρή μρείδα του πληθυσμού στην Ευρώπη, όπως φαίνεται σε πρόσφατα στοιχεία που δημοσίευσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η κ. Ελ Χαΐρι σημείωσε ότι «όταν ένα πολύ μεγάλο μερίδιο πλούτου κατέχεται από μια μικρή μειονότητα, αυτό αναπόφευκτα επηρεάζει την καθημερινή ζωή των παιδιών».
Επεσήμανε ότι «τα παιδιά από τα πιο προνομιούχα περιβάλλοντα απολαμβάνουν γενικά καλύτερη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, σε ασφαλέστερα περιβάλλοντα διαβίωσης, σε πολιτιστικές και αθλητικές δραστηριότητες, σε ευκαιρίες ταξιδιού, σε ισχυρότερη εκπαιδευτική υποστήριξη και σε ευρύτερα επαγγελματικά και κοινωνικά δίκτυα. Αντίθετα, οι ορίζοντες των πιο ευάλωτων παιδιών μπορεί να περιοριστούν από πολύ νεαρή ηλικία».
Η Ύπατη Επίτροπος μίλησε για τη συλλογική ευθύνη «να αποτραπεί η μη αναστρέψιμη κοινωνική μοίρα αυτών των διαφορών» και υπογράμμισε ότι «αυτό απαιτεί φιλόδοξες δημόσιες πολιτικές: υποστήριξη των οικογενειών, σημαντικές επενδύσεις για την πρώιμη παιδική ηλικία, καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, δράση κατά της μη άσκησης των κοινωνικών δικαιωμάτων, εκπαιδευτική υποστήριξη και γονική βοήθεια».
Σημείωσε ότι, στη Γαλλία, πολλές μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν τα τελευταία χρόνια κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, ιδίως μέσω του Συμφώνου Αλληλεγγύης 2023-2027, της Δημόσιας Υπηρεσίας για την Προσχολική Ηλικία, αλλά και πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη βελτίωση της πρόσβασης των ευάλωτων οικογενειών στα δικαιώματά τους.
Ανέφερε, επίσης, ότι η διάσκεψη υψηλού επιπέδου που διοργανώθηκε στην Κύπρο λειτουργεί ως υπενθύμιση «ότι πέρα από τις οικονομικές δυσκολίες, ορισμένα παιδιά αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα ευάλωτα σημεία: παιδιά μεταναστών, ασυνόδευτοι ανήλικοι και θύματα βίας και εκμετάλλευσης».
Είπε ότι η Κύπρος αντιμετωπίζει σημαντική μεταναστευτική πίεση και αναγνώρισε ότι οι κυπριακές αρχές καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο πλαίσιο. «Η προστασία αυτών των παιδιών απαιτεί ισχυρότερη ευρωπαϊκή συνεργασία, ιδίως όσον αφορά τη φροντίδα των ασυνόδευτων ανηλίκων, την καταπολέμηση της σεξουαλικής βίας και την προστασία των παιδιών σε ψηφιακά περιβάλλοντα», είπε.
Με αφορμή την επίσκεψή της στο γαλλοκυπριακό σχολείο, η Ελ Χαΐρι εξέφρασε τη βαθιά της πεποίθηση ότι τα σχολεία διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη συνολική ευημερία των παιδιών. «Σήμερα, ένα σχολείο δεν μπορεί να είναι απλώς ένας χώρος ακαδημαϊκής διδασκαλίας. Πρέπει επίσης να είναι ένας χώρος για ακρόαση, ασφάλεια, πρόληψη και προσωπική ανάπτυξη», είπε, και πρόσθεσε ότι οι εκπαιδευτικές, αθλητικές, πολιτιστικές και ψυχικές πρωτοβουλίες συμβάλλουν πλήρως στην ανάπτυξη και την αυτοπεποίθηση των παιδιών. «Καταλαβαίνω ότι το σχολείο δίνει προσοχή σε αυτά τα ζητήματα και αναπτύσσει πρωτοβουλίες που βοηθούν στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος που υποστηρίζει την ισορροπία και την ευημερία των μαθητών», είπε.
«Ως πρώην μαθήτρια του δικτύου του Οργανισμού για τη Γαλλική Εκπαίδευση στο Εξωτερικό (AEFE), έχοντας μεγαλώσει στο Μαρόκο, κατανοώ προσωπικά την αξία και τη σημασία των γαλλικών σχολείων στο εξωτερικό», συνέχισε, σημειώνοντας ότι «αυτά τα σχολεία δεν παρέχουν απλώς ακαδημαϊκή αριστεία, αλλά παίζουν, επίσης, θεμελιώδη ρόλο στη διαμόρφωση νέων ανθρώπων που είναι ανοιχτοί στον κόσμο και αφοσιωμένοι στις αξίες του διαλόγου, του σεβασμού, του πλουραλισμού και της αλληλεγγύης».
Είπε ότι «η ανάπτυξη σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον επιτρέπει στα παιδιά να αναπτύξουν, από μικρή ηλικία, την κατανόηση των άλλων, την προσαρμοστικότητα και μια ισχυρή ευρωπαϊκή και διεθνή συνείδηση, ιδιότητες που είναι ιδιαίτερα πολύτιμες στον σημερινό κόσμο».
Πρόσθεσε ότι «τα σχολεία εντός του δικτύου AEFE χτίζουν γέφυρες μεταξύ πολιτισμών και παρέχουν στους μαθητές ένα εκπαιδευτικό περιβάλλον όπου η προσωπική ανάπτυξη, η περιέργεια και η συμμετοχή στα κοινά αποτελούν βασικές προτεραιότητες» και τόνισε ότι «αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ζητήματα όπως η ευημερία, η ψυχική υγεία, η ένταξη και η ισότητα ευκαιριών πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στην εκπαιδευτική αποστολή αυτών των ιδρυμάτων».
Aπαντώντας σε ερώτημα για το εάν τα προαναφερθέντα πλεονεκτήματα ενός ιδιωτικού σχολείου θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να είναι διαθέσιμα για τους μαθητές των δημόσιων σχολείων σημείωσε ότι «η ευημερία, η ψυχική υγεία, η εκπαιδευτική ποιότητα και η προσωπική ολοκλήρωση δεν πρέπει ποτέ να γίνουν προνόμια που προορίζονται για λίγους εκλεκτούς». Πρόσθεσε, δε, ότι «η συλλογική μας ευθύνη είναι να διασφαλίσουμε ότι κάθε παιδί, σε κάθε σχολείο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να μεγαλώσει σε ένα ασφαλές, ενθαρρυντικό και συμπεριληπτικό περιβάλλον».
«Η ισότητα ευκαιριών παραμένει η κατευθυντήρια αρχή μας. Μια κοινωνία κρίνεται από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα παιδιά της, ειδικά τα πιο ευάλωτα ανάμεσά τους. Πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο για την παιδική φτώχεια, υπάρχει μια παιδική ηλικία που διαμορφώνεται, μια αξιοπρέπεια που πρέπει να προστατεύεται και ένα κοινό μέλλον που εξαρτάται από τις επιλογές που κάνουμε σήμερα», κατέληξε η Ύπατη Επίτροπος.
