ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Είμαστε έτοιμοι για την επόμενη πανδημία; Ουσιαστική πρόοδος αλλά και ανοιχτά μέτωπα

06 Φεβρουαρίου 2026, 15:08

images

* της Δρος Ανδρούλλας Ελευθερίου

Έξι χρόνια μετά το παγκόσμιο σοκ της COVID-19, η επιστημονική κοινότητα συγκλίνει σε μια διαπίστωση που δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού: μια νέα πανδημία θα υπάρξει. Το ερώτημα δεν είναι εάν, αλλά πότε και, ίσως ακόμη πιο κρίσιμα, κατά πόσο θα μας βρει ουσιαστικά καλύτερα προετοιμασμένους από την προηγούμενη φορά.

Ποιος παθογόνος παράγοντας θα μπορούσε να προκαλέσει την επόμενη πανδημία; Ένας νέος ιός ζωονόσου; Μια επικίνδυνη μετάλλαξη ήδη γνωστού παθογόνου; Ή ένας μικροοργανισμός που ήδη κυκλοφορεί «σιωπηλά» σε έναν όλο και πιο διασυνδεδεμένο κόσμο; Και τελικά, θα μπορέσουμε να τον αναχαιτίσουμε έγκαιρα ή θα κληθούμε, για ακόμη μία φορά, να διαχειριστούμε τις συνέπειες καθυστερημένων αποφάσεων;

Η 158η Σύνοδος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (EB158) που, όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, είναι σε εξέλιξη από τις 2 έως τις 7 Φεβρουαρίου του 2026, αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο αναστοχασμού. Φέρνει στο προσκήνιο την πρόοδο που έχει επιτευχθεί, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει βαθιές και επίμονες αντιφάσεις: φιλόδοξες διεθνείς δεσμεύσεις από τη μία, και σοβαρές πολιτικές, χρηματοδοτικές και κοινωνικές προκλήσεις από την άλλη.

Η Συμφωνία για τις Πανδημίες: ιστορικό βήμα με ανοιχτές πληγές

Η υιοθέτηση της Συμφωνίας για τις Μελλοντικές Πανδημίες (Pandemic Agreement) από τον ΠΟΥ το 2025 αποτέλεσε ένα πραγματικό ορόσημο για τη διεθνή κοινότητα. Για πρώτη φορά μετά την εμπειρία της COVID-19, τα κράτη μέλη αναγνώρισαν ρητά ότι η παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια δεν μπορεί να στηρίζεται σε αποσπασματικές και συχνά ανταγωνιστικές εθνικές πολιτικές. Αντίθετα, απαιτεί συλλογική ευθύνη, διαφάνεια, ανταλλαγή γνώσης και ουσιαστική διεθνή συνεργασία.

Στο επίκεντρο της Συμφωνίας βρίσκεται η φιλοδοξία να μετατραπούν τα μαθήματα της πρόσφατης πανδημίας σε μια πιο ώριμη και ανθεκτική παγκόσμια αρχιτεκτονική υγείας: να ενισχυθεί η πρόληψη μελλοντικών απειλών, να θωρακιστούν τα συστήματα υγείας ώστε να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε κρίσεις και να διασφαλιστεί ότι η επόμενη παγκόσμια υγειονομική έκτακτη ανάγκη θα αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη ταχύτητα, συντονισμό και δικαιοσύνη.

Ωστόσο, η πραγματική αξία της Συμφωνίας δε θα κριθεί από τις προθέσεις που αποτυπώνονται στο κείμενό της, αλλά από την ικανότητα της διεθνούς κοινότητας να τη μετατρέψει σε πράξη. Και ακριβώς εδώ εντοπίζεται η μεγαλύτερη εκκρεμότητα.

Το PABS (Pathogen Access and Benefit-Sharing System) αποτελεί την «καρδιά» της Συμφωνίας, αλλά και το πιο πολιτικά φορτισμένο της στοιχείο. Ο στόχος του είναι διττός και απολύτως κρίσιμος: αφενός να διασφαλίσει έγκαιρη και απρόσκοπτη πρόσβαση του ΠΟΥ και της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας σε παθογόνους μικροοργανισμούς με πανδημικό δυναμικό και, αφετέρου, να εγγυηθεί δίκαιο επιμερισμό των ωφελημάτων που προκύπτουν από τη χρήση τους, δηλαδή εμβόλια, θεραπείες, διαγνωστικά και τεχνογνωσία.

Παρά τις εντατικές διαπραγματεύσεις, μέχρι τις αρχές του 2026 παραμένουν ουσιαστικές διαφωνίες, κυρίως ως προς τον βαθμό δεσμευτικότητας, τις υποχρεώσεις της φαρμακοβιομηχανίας και τους μηχανισμούς συμμόρφωσης. Χωρίς επίλυση αυτών των ζητημάτων, η Συμφωνία κινδυνεύει να παραμείνει ημιτελής.

Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες: πρόοδος με όρια

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, έχουν αναληφθεί σημαντικές πρωτοβουλίες. Η δημιουργία της HERA σηματοδότησε μια ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση προσεγγίζει τις υγειονομικές κρίσεις.

Η HERA λειτουργεί ως μηχανισμός πρόληψης, ετοιμότητας και απόκρισης, με στρατηγικά αποθέματα, κοινές προμήθειες και στενή συνεργασία με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (ΕΜΑ) και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Πρόκειται για σημαντική πρόοδο, που ενισχύει την ευρωπαϊκή ικανότητα συντονισμένης δράσης.

Παράλληλα, ενισχύεται η συνεργασία μεταξύ του ECDC και του Περιφερειακού Γραφείου Ευρώπης του ΠΟΥ, με στόχο την ενοποίηση επιδημιολογικών δεδομένων, την κοινή αξιολόγηση κινδύνου και την καλύτερη προετοιμασία των ευρωπαϊκών χωρών απέναντι σε μελλοντικές απειλές δημόσιας υγείας. Η σύγκλιση αυτή ενισχύει τη συλλογική ικανότητα έγκαιρης προειδοποίησης και συντονισμένης δράσης.

Ωστόσο, καμία περιφερειακή δομή, όσο ισχυρή κι αν είναι, δε μπορεί να υποκαταστήσει μια αποτελεσματική παγκόσμια αρχιτεκτονική υγείας.

Χρηματοδότηση, εμπιστοσύνη και η «αόρατη» ευαλωτότητα της παγκόσμιας υγείας

Την ίδια στιγμή που η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει την ανάγκη για ισχυρότερη παγκόσμια ετοιμότητα, παρατηρείται ένα βαθιά ανησυχητικό και αντιφατικό φαινόμενο. Η σταδιακή συρρίκνωση της χρηματοδότησης διεθνών οργανισμών υγείας, συμπεριλαμβανομένου του ΠΟΥ, μια εξέλιξη που δημιουργεί ένα επικίνδυνο χάσμα μεταξύ πολιτικών διακηρύξεων και πραγματικής δέσμευσης.

Η αποδυνάμωση του ΠΟΥ αποτελεί στρατηγική αντίφαση. Δε νοείται η διεθνής κοινότητα να ζητά από τον μοναδικό οργανισμό με παγκόσμια εντολή να εξασφαλίσει έγκαιρη προειδοποίηση, συντονισμό, δίκαιη κατανομή πόρων και υποστήριξη χωρών σε κρίση, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τα οικονομικά του μέσα. Η παγκόσμια υγειονομική ασφάλεια κλυδωνίζεται σε περιβάλλον αποσπασματικής και ασταθούς χρηματοδότησης.

Οι επιπτώσεις αυτών των πολιτικών είναι βαθιά άνισες. Οι χώρες με ισχυρά συστήματα υγείας διαθέτουν, σε κάποιο βαθμό, εθνικούς μηχανισμούς προστασίας. Οι πιο ευάλωτες όμως χώρες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον ΠΟΥ για τεχνική υποστήριξη, επιδημιολογική επιτήρηση, πρόσβαση σε εμβόλια και βασικές υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Εκεί όπου οι πόροι είναι περιορισμένοι, μια επιδημία μπορεί να εξελιχθεί ταχύτερα σε ανθρωπιστική κρίση και, τελικά, σε παγκόσμια απειλή.

Ακόμη όμως κι αν όλα τα θεσμικά εργαλεία λειτουργήσουν, υπάρχει ένας παράγοντας που δεν επιβάλλεται με καμία διεθνή συμφωνία: η εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Η πανδημία της COVID-19 ανέδειξε ότι η παραπληροφόρηση μπορεί να εξαπλωθεί ταχύτερα από έναν ιό. Η αμφισβήτηση των εμβολίων, η δυσπιστία και η καχυποψία απέναντι στις επιστημονικές συστάσεις και η υπονόμευση των δημόσιων αρχών διαμόρφωσαν ένα περιβάλλον όπου η επιστημονική πρόοδος δε μεταφράζεται αυτόματα σε κοινωνική προστασία.

Χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς επιστημονική παιδεία και χωρίς αξιόπιστη ενημέρωση και ενεργή συμμετοχή των πολιτών, η ετοιμότητα για πανδημίες κινδυνεύει να παραμείνει θεωρητική και ανεπαρκής.

Η 158η Σύνοδος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας υπενθύμισε ότι βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η επιτυχία ή αποτυχία του PABS θα καθορίσει αν η Συμφωνία για τις Πανδημίες θα εξελιχθεί σε ένα πραγματικά λειτουργικό εργαλείο παγκόσμιας υγειονομικής ασφάλειας ή αν θα παραμείνει μια ακόμη καλοπροαίρετη, αλλά ανεπαρκής, διεθνής δέσμευση.

Η επόμενη πανδημία δε θα περιμένει να γεφυρώσουμε τις διαφωνίες μας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτή τη φορά θα δράσουμε έγκαιρα και συλλογικά, αξιοποιώντας τις συνεργασίες και τα εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας — και για χώρες όπως η Κύπρος, η συμμετοχή στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πολύτιμη ασπίδα τεχνογνωσίας και συνεργασίας που οφείλουμε να διαφυλάξουμε και να ενισχύσουμε.

*Δρ. Ανδρούλλα Ελευθερίου

BSC, MSc, PhD

Εκτελεστική Διευθύντρια Διεθνούς Ομοσπονδίας Θαλασσαιμίας

Πρόεδρος Εθνικής Επιτροπής Θαλασσαιμίας

Πρώην Επικεφαλής του Κέντρου Αναφοράς Ιογενών Παθήσεων του Υπουργείου Υγείας της Κύπρου

Πρώην Διευθύντρια του Συνεργαζόμενου Κέντρου Θαλασσαιμίας της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας στην Κύπρο

Πρώην Πρόεδρος Παγκύπριας Συμμαχίας Σπανίων Παθήσεων

Σχετικά Άρθρα