Από την Κοινότητα στη σχολική τάξη — Φροντίδα Ακοής για όλα τα παιδιά
03 Μαρτίου 2026, 06:00
Η Παγκόσμια Ημέρα Ακοής (3 Μαρτίου), πρωτοβουλία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, λειτουργεί ως πλαίσιο ευαισθητοποίησης και κινητοποίησης για τη μείωση της επιβάρυνσης από την βαρηκοΐα. Κάθε έτος καθορίζεται κεντρικό θέμα για να επηρεαστούν πολιτικές και πρακτικές σε υγεία και εκπαίδευση. Για το 2026, το μήνυμα «Από την Κοινότητα στη σχολική τάξη — Φροντίδα Ακοής για όλα τα παιδιά» υπογραμμίζει δύο άξονες: πρόληψη αποτρέψιμης απώλειας ακοής και έγκαιρο εντοπισμό/φροντίδα για παιδιά με δυσκολίες ακοής. Η λογική είναι να ενσωματωθούν υπηρεσίες φροντίδας ακοής σε υφιστάμενα παιδιατρικά και σχολικά προγράμματα, ώστε να δημιουργηθούν πολλαπλά σημεία πρόσβασης για οικογένειες, εκπαιδευτικούς και επαγγελματίες υγείας.
Περίπου 90 εκατομμύρια παιδιά και έφηβοι 5–19 ετών ζουν με απώλεια ακοής. Παρότι ένα μεγάλο ποσοστό είναι αποτρέψιμο με χαμηλού κόστους παρεμβάσεις, η ανίχνευση μετά τη νεογνική περίοδο παραμένει ανεπαρκής, ιδίως όταν απουσιάζουν θεσμοθετημένα πρωτόκολλα επανελέγχου σε προσχολικό/σχολικό πλαίσιο. Η σχολική τάξη αναδεικνύεται ως καίριο περιβάλλον συνεργασίας μεταξύ εκπαιδευτικών και επαγγελματιών υγείας για έγκαιρη ανίχνευση και στοχευμένη παραπομπή.
Η Κύπρος παρουσιάζεται ως παράδειγμα επιτυχούς εφαρμογής καθολικού νεογνικού ελέγχου ακοής. Από το 2005, το Κέντρο Προληπτικής Παιδιατρικής «Αμερίκος Αργυρίου» υλοποιεί το πρώτο καθολικό Πρόγραμμα Ανίχνευσης Νεογνικής Ακοής στη Μεσόγειο, επιτυγχάνοντας δείκτες συγκρίσιμους με κορυφαίες διεθνείς πρακτικές: ποσοστό παραπομπών ~0,6% και επιβεβαιωμένη βαρηκοΐα ~2,8‰ στον κοινοτικό πληθυσμό. Η επιτυχία δεν οφείλεται μόνο στην αρχική ανίχνευση αλλά και στη συστηματική διαδρομή επιβεβαίωσης και παραπομπής που εξασφαλίζει ότι τα νεογνά με ύποπτα ευρήματα οδηγούνται έγκαιρα σε εξειδικευμένες υπηρεσίες.
Ωστόσο, ένα μέρος της παιδικής απώλειας ακοής εμφανίζεται μετά τη νεογνική περίοδο ή εξελίσσεται προοδευτικά. Συχνά είναι «σιωπηλή» κλινικά, με αποτέλεσμα παιδιά να μένουν αδιάγνωστα και χωρίς υποστήριξη. Οι συνέπειες είναι εμφανείς: καθυστέρηση γλωσσικής ανάπτυξης, δυσκολίες στην κατανόηση προφορικού λόγου, προβλήματα γραμματισμού και μειωμένη συμμετοχή στο μάθημα, με τελικό αποτέλεσμα χαμηλότερες σχολικές επιδόσεις σε σχέση με συνομηλίκους χωρίς απώλεια ακοής. Παράλληλα, οι καθυστερήσεις διάγνωσης/παρέμβασης επιβαρύνουν τις κοινωνικές σχέσεις και περιορίζουν μελλοντικές ευκαιρίες εκπαίδευσης και απασχόλησης.
Για να χαρτογραφηθούν οι ανάγκες στην Κύπρο μετά την νεογνική φάση, πραγματοποιήθηκε το πρόγραμμα ΑΠΑΣ (Ανιχνευτικό Πρόγραμμα Ακοής πριν το Σχολείο), μια συνεργασία του Κέντρου Προληπτικής Παιδιατρικής «Αμερίκος Αργυρίου» με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και το Ακουολογικό Κέντρο Κύπρου, με χρηματοδότηση το 2012 από το τότε Ίδρυμα Προώθησης Έρευνας. Σε 400 παιδιά 4,5–5,5 ετών, βρέθηκε συνολική συχνότητα ακουστικών δυσκολιών ~15%. Από αυτά, ~9% εμφάνισε ευρήματα άμεσα αντιμετωπίσιμων αιτίων (π.χ. εκκριτική ωτίτιδα, κυψελίδα), που προκαλούν παροδική αλλά κλινικά σημαντική μείωση ακοής σε κομβικές φάσεις γλωσσικής/μαθησιακής ωρίμανσης. Επιπλέον, ~6% είχε ένδειξη απώλειας χωρίς άμεση ιατρική εξήγηση στο στάδιο ανίχνευσης, με πιθανότητα μόνιμης βαρηκοΐας. Σημαντική ήταν η διαπίστωση ασυνέχειας στη μετέπειτα παρακολούθηση, υποδηλώνοντας κενά στη συνέχεια φροντίδας και στην πρόσβαση σε επιβεβαιωτική διάγνωση/παρέμβαση.
Τα συμπεράσματα του ΑΠΑΣ υποστηρίζουν την ανάγκη θεσμοθέτησης σταθερών σταθμών ελέγχου: σύνδεση του νεογνικού προγράμματος με προσχολική ανίχνευση, έλεγχο κατά την είσοδο στο δημοτικό και επαναληπτικές αξιολογήσεις σε προκαθορισμένα χρονικά σημεία. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα οφείλει να διαμορφώσει μια «αλυσίδα φροντίδας» που ξεκινά από τη γέννηση και συνεχίζεται έως τη σχολική ηλικία, χωρίς κενά, που να περιλαμβάνει:
- εκπαίδευση επαγγελματιών υγείας και εκπαιδευτικών για αναγνώριση/διαχείριση ενδείξεων βαρηκοΐας
- διασύνδεση σχολικών υπηρεσιών με εξειδικευμένα κέντρα αναφοράς
- διατομεακή συνεργασία σύμφωνα με τις αρχές του ΠΟΥ για την παιδική ευημερία
Πέρα από τις διαγνωστικές τεχνικές, η στρατηγική πρέπει να ενισχύσει την κοινοτική εκπαίδευση: οι γονείς χρειάζονται εργαλεία για να αναγνωρίζουν έγκαιρα σημάδια δυσκολιών ακοής, ενώ οι εκπαιδευτικοί —βασικοί παρατηρητές της καθημερινής λειτουργικότητας του παιδιού— μπορούν να εντοπίζουν σχολικές ή κοινωνικές ενδείξεις που απαιτούν παραπομπή. Η συντονισμένη συνεργασία σχολείων, πρωτοβάθμιας φροντίδας και εξειδικευμένων κλινικών υπηρεσιών εξασφαλίζει ότι η διαδρομή από την ανίχνευση στην παρέμβαση είναι σαφής και λειτουργική.
Η επένδυση στην έγκαιρη φροντίδα ακοής έχει και οικονομικά/κοινωνικά οφέλη: υποστηρίζει ομαλή σχολική ένταξη, μειώνει ανισότητες και ενισχύει τις μελλοντικές δυνατότητες απασχόλησης και κοινωνικής συμμετοχής. Για να επιτευχθούν αυτά, απαιτείται συνεργασία φορέων υγείας, εκπαίδευσης και κοινωνικής πολιτικής και τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής. Η εμπειρία της Κύπρου στην καθολική νεογνική ανίχνευση δείχνει ότι μια συνεκτική τεκμηριωμένη προσέγγιση παράγει μετρήσιμα οφέλη. Το επόμενο βήμα είναι η παγίωση μιας συνεχούς γραμμής ελέγχου και φροντίδας από τη γέννηση μέχρι το σχολείο, έτσι ώστε κάθε παιδί —ανεξαρτήτως κοινωνικοοικονομικών περιορισμών— να έχει την ευκαιρία να ακούει, να μαθαίνει και να αναπτύσσει πλήρως τις δυνατότητές του.
Χρυσούλα Θώδη, Ph.D., CCC-A, FAAA
Καθηγήτρια Ακοολογίας, Τμήμα Επιστημών Υγείας, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου
Σύμβουλος Ακουολόγος Ανιχνευτικού Προγράμματος Ακοής Νεογνών, Κέντρο Προληπτικής Παιδιατρικής «Αμερίκος Αργυρίου»
c.thodi@euc.ac.cy


