Πολυενδοκρινικό Μεταβολικό Ωοθηκικό Σύνδρομο: Νέος όρος για μία παλιά, γνωστή κατάσταση
15 Μαΐου 2026, 07:00
Αλλαγή στην περιγραφή, την αιτιολόγηση αλλά και την ονομασία αυτού που ονομάζαμε μέχρι πρόσφατα Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών ανακοινώθηκε στο πρόσφατο Πανευρωπαϊκό Ενδοκρινολογικό Συνέδριο στην Πράγα, ενώ ταυτόχρονα δημοσιεύθηκε και στο επιστημονικό περιοδικό The Lancet. Το γνωστό έως σήμερα PCOS (Polycystic Ovary Syndrome) αποκτά πλέον νέα ονομασία: Polyendocrine Metabolic Ovarian Syndrome (PMOS), δηλαδή «Πολυενδοκρινικό Μεταβολικό Ωοθηκικό Σύνδρομο».
Ο όρος «σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών» θεωρείται εδώ και χρόνια ανεπαρκής και συχνά παραπλανητικός. Πολλές γυναίκες που διαγιγνώσκονται με Σύνδρομο Πολυκυστικών Ωοθηκών δεν εμφανίζουν καν κύστεις στις ωοθήκες, ενώ η πάθηση δεν περιορίζεται μόνο στη γυναικολογική λειτουργία. Αλλά αυτό δεν ήταν ακριβές... καθώς πρόκειται για μια σύνθετη διαταραχή που επηρεάζει πολλαπλά ορμονικά και μεταβολικά συστήματα. Η νέα ονομασία επιχειρεί να αποτυπώσει ακριβώς αυτή τη σύνθετη φύση της νόσου.
Έτσι, ο όρος polyendocrine αναφέρεται στη συμμετοχή πολλών ορμονικών συστημάτων, ο όρος metabolic αναφέρεται στις μεταβολικές διαταραχές που τη συνοδεύουν και το ovarian αναφέρεται στη σύνδεσή της με τη λειτουργία των ωοθηκών και της ωορρηξίας.
Το Πολυενδοκρινικό Μεταβολικό Ωοθηκικό Σύνδρομο μπορεί να εκδηλωθεί με διαφορετικό τρόπο σε κάθε γυναίκα. Τα συχνότερα συμπτώματα περιλαμβάνουν ακανόνιστο κύκλο ή απουσία περιόδου, δυσκολία στην ωορρηξία και στη γονιμότητα, ανεξήγητη αύξηση βάρους, αντίσταση στην ινσουλίνη, ακμή και λιπαρότητα δέρματος αλλά και αυξημένη τριχοφυΐα σε πρόσωπο και σώμα με ταυτόχρονη αραίωση μαλλιών στην κεφαλή και έντονη κόπωση με ψυχολογική επιβάρυνση και άγχος.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται πλέον στην αντίσταση στην ινσουλίνη, η οποία φαίνεται ότι αφορά μεγάλο ποσοστό των ασθενών και συνδέει το σύνδρομο με αυξημένο κίνδυνο για σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και καρδιομεταβολικές επιπλοκές.
Πολλές γυναίκες εξακολουθούν να καθυστερούν να λάβουν διάγνωση ή να αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, καθώς τα συμπτώματα συχνά υποτιμώνται ή δεν συνδέονται μεταξύ τους. Η νέα επιστημονική προσέγγιση φιλοδοξεί να οδηγήσει σε πιο έγκαιρη διάγνωση, καλύτερη ενημέρωση των ασθενών και πιο ολιστική θεραπευτική αντιμετώπιση, με τη συνεργασία γυναικολόγων, ενδοκρινολόγων, διατροφολόγων και ειδικών ψυχικής υγείας.
