Λιγότερη εργασιακή εξουθένωση για καλύτερη απόδοση
24 Νοεμβρίου 2025, 16:00
Μεγάλης κλίμακας διεθνής μελέτη δείχνει ότι η μετάβαση σε τετραήμερη εργασία χωρίς μείωση μισθού βελτιώνει ουσιαστικά την ευημερία των εργαζομένων, μειώνοντας την εξουθένωση και ενισχύοντας τη σωματική υγεία. Η έρευνα παρακολούθησε σχεδόν 3.000 εργαζομένους και κατέληξε ότι τα οφέλη προέρχονται κυρίως από καλύτερο ύπνο και από μια ισχυρότερη αίσθηση επαγγελματικής ικανότητας. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο Nature Human Behaviour.
Η πανδημία COVID-19 άλλαξε ριζικά τον τρόπο που η κοινωνία αντιλαμβάνεται την εργασία. Η αύξηση του άγχους, η εξουθένωση και τα υψηλά ποσοστά παραιτήσεων έκαναν τους εργοδότες να αναζητήσουν νέες μεθόδους διατήρησης προσωπικού. Η τετραήμερη εργασία απέκτησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ως μοντέλο διαφορετικό από τα «συμπιεσμένα ωράρια», αφού μειώνει πραγματικά τις ώρες εργασίας χωρίς μείωση αποδοχών.
Παλαιότερες μελέτες βασίζονταν κυρίως σε παρατήρηση, κάτι που δυσκόλευε τον εντοπισμό του αν οι πολλές ώρες προκαλούν προβλήματα υγείας ή αν συνυπάρχουν άλλοι παράγοντες. Επιπλέον, προηγούμενες δοκιμές ήταν συνήθως μικρής κλίμακας ή περιορισμένες σε δημόσιους οργανισμούς της Βόρειας Ευρώπης. Η νέα έρευνα στόχευσε στη διερεύνηση του μοντέλου σε ευρύ φάσμα εταιρειών του ιδιωτικού τομέα και σε πολλές χώρες.
Η βασική θεωρητική βάση ήταν το μοντέλο «απαιτήσεων–πόρων». Σύμφωνα με αυτό, οι μεγάλες ώρες εργασίας εξαντλούν την ψυχική και σωματική ενέργεια των εργαζομένων, οδηγώντας σε κόπωση και άγχος. Αντίθετα, ο ελεύθερος χρόνος λειτουργεί ως πόρος ανάκαμψης. Η έρευνα επικεντρώθηκε στο κατά πόσο η συλλογική μείωση του χρόνου εργασίας μπορεί να «σπάσει» τον κύκλο της εξουθένωσης.
Για τη μελέτη, 141 οργανισμοί από ΗΠΑ, Καναδά, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία συμμετείχαν σε μια δοκιμή έξι μηνών. Οι εργαζόμενοι θα εργάζονταν στο 80% του προηγούμενου ωραρίου, λαμβάνοντας όμως το 100% του μισθού. Πριν από την εφαρμογή, κάθε εταιρεία αναδιοργάνωσε διαδικασίες, μειώνοντας χαμηλής αξίας εργασίες όπως περιττές συναντήσεις.
Συνολικά συμμετείχαν 2.896 εργαζόμενοι, οι οποίοι συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια πριν την έναρξη και μετά την ολοκλήρωση του εξαμήνου. Συλλέχθηκαν επίσης δεδομένα από 12 εταιρείες που λειτούργησαν ως ομάδα ελέγχου και δεν υιοθέτησαν το 4ήμερο. Μετρήθηκαν η εξουθένωση, η ικανοποίηση από την εργασία, η ψυχική και η σωματική υγεία, καθώς και ο πραγματικός αριθμός ωρών εργασίας.
Η πλειονότητα του δείγματος ήταν γυναίκες (65%), κυρίως λευκές και κάτοχοι πανεπιστημιακών τίτλων, ενώ οι περισσότερες εταιρείες ανήκαν στον χώρο των επαγγελματικών υπηρεσιών και του μη-κερδοσκοπικού τομέα.
Οι εργαζόμενοι στις εταιρείες της δοκιμής μείωσαν πράγματι τον χρόνο εργασίας κατά περίπου πέντε ώρες εβδομαδιαίως. Το εύρος όμως ποίκιλε: ορισμένοι μείωσαν οκτώ ώρες ή περισσότερο, άλλοι λιγότερο. Η ποικιλία αυτή επέτρεψε την εξέταση του πώς η διαφορά στον εξοικονομημένο χρόνο επηρεάζει τα αποτελέσματα.
Οι συμμετέχοντες εμφάνισαν βελτίωση και στους τέσσερις δείκτες ευημερίας: μείωση εξουθένωσης, αύξηση εργασιακής ικανοποίησης και βελτίωση ψυχικής και σωματικής υγείας. Αντίθετα, στην ομάδα ελέγχου δεν παρατηρήθηκαν τέτοιες αλλαγές. Όσο περισσότερες ώρες εξοικονομούσαν οι εργαζόμενοι, τόσο μεγαλύτερα ήταν τα οφέλη ιδιαίτερα στη μείωση της εξουθένωσης και στην αύξηση της ικανοποίησης. Η σωματική υγεία βελτιώθηκε λιγότερο, πιθανώς επειδή τέτοιες αλλαγές απαιτούν περισσότερο χρόνο για να φανούν, αν και η βελτίωση παρέμεινε στατιστικά σημαντική.
Η μελέτη εντόπισε τρεις βασικούς μηχανισμούς πίσω από τις θετικές αλλαγές: καλύτερη ποιότητα ύπνου, λιγότερη κόπωση και υψηλότερο αίσθημα «εργασιακής ικανότητας», δηλαδή την αίσθηση ότι κάποιος αποδίδει καλύτερα στην εργασία του. Η αύξηση της εργασιακής ικανότητας δείχνει ότι η αναδιοργάνωση βελτίωσε την αποτελεσματικότητα αντί να προσθέσει πίεση.
Ενδιαφέρον είναι ότι η βελτίωση στην ευημερία φάνηκε ακόμη και σε εργαζομένους που δεν μείωσαν αισθητά τις ώρες τους. Το γεγονός ότι ανήκαν σε έναν οργανισμό που συλλογικά δεσμεύτηκεσελιγότεροεργασιακόχρόνο αρκούσεγια να παραχθούνθετικές επιδράσεις, κάτι που υποδηλώνει ότι οι νόρμες επηρεάζουν καθοριστικά την ψυχολογία των εργαζομένων.
Ένα ακόμη σημαντικό εύρημα είναι πως τα οφέλη διατηρήθηκαν 12 μήνες μετά την έναρξη της αλλαγής, καταρρίπτοντας την ιδέα ότι πρόκειται για παροδική «επίδραση παρατήρησης» (Hawthorne effect). Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, υπάρχουν περιορισμοί: οι εταιρείες συμμετείχαν εθελοντικά και άρα πιθανότατα ήταν ήδη θετικά διακείμενες στην καινοτόμο αυτή πολιτική. Οι μετρήσεις βασίστηκαν σε αυτοαναφορές εργαζομένων, χωρίς αντικειμενικά ιατρικά ή παραγωγικά δεδομένα. Επιπλέον, το δείγμα αφορούσε κυρίως γραφειακές εργασίες σε αγγλόφωνες χώρες, κάτι που περιορίζει τη γενίκευση σε άλλους κλάδους και πολιτισμούς εργασίας.
Παρά ταύτα, περίπου το 90% των εταιρειών συνέχισαν με το τετραήμερο μετά το τέλος της δοκιμής, αναφέροντας παράπλευρα οφέλη όπως λιγότερες παραιτήσεις, αυξημένα έσοδα και μειωμένες αναρρωτικές άδειες.
Οι ερευνητές προτείνουν μελλοντικές κυβερνητικές, τυχαιοποιημένες δοκιμές και συνεργασίες με μεγάλες εταιρείες, ώστε να μελετηθεί η επίδραση της τετραήμερης εργασίας με πιο αυστηρές μεθοδολογίες και αντικειμενικά δεδομένα απόδοσης και υγείας.
