Το παιδικό τραύμα στο κορίτσι "στιγματίζει" ακόμα και το γάλα που θα παράγει ως μητέρα
21 Ιανουαρίου 2026, 10:00
Μελέτη που δημοσιεύθηκε στο TranslationalPsychiatry έδειξε ότι οι μητέρες με ιστορικό τραυματικών εμπειριών στην παιδική ηλικία παρουσιάζουν ένα διαφορετικό μοριακό προφίλ στο μητρικό τους γάλα. Οι διαφορές αυτές, που εντοπίστηκαν σε συγκεκριμένα μικροRNA και λιπαρά οξέα, συνδέθηκαν επίσης με πτυχές της ιδιοσυγκρασίας των βρεφών τους κατά τον πρώτο χρόνο ζωής.
Η έρευνα στηρίζεται σε αυξανόμενες ενδείξεις ότι οι συνέπειες του ψυχολογικού στρες στην παιδική ηλικία μπορούν να μεταδοθούν από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά γονέων που έχουν βιώσει κακοποίηση, παραμέληση ή δυσλειτουργικό οικογενειακό περιβάλλον διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ψυχικών και σωματικών προβλημάτων. Οι επιστήμονες αναζητούν τους βιολογικούς μηχανισμούς που εξηγούν αυτή τη «διαγενεακήμετάδοση», και το μητρικό γάλα, με τη σύνθετη και βιοδραστική του φύση, θεωρείται ένας πιθανός φορέας αυτών των επιδράσεων.
Ο επικεφαλής ερευνητής, AliJawaid, από το Πολωνικό Κέντρο Τεχνολογικής Ανάπτυξης, εξήγησε ότι στόχος της μελέτης ήταν να εξεταστεί αν οι επιγενετικές«υπογραφές» των τραυματικών εμπειριών των μητέρων αντανακλώνται στο μητρικό γάλα και αν σχετίζονται με την ανάπτυξη των βρεφών.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε σε 103 μητέρες και τα παιδιά τους στην Πολωνία. Οι συμμετέχουσες αξιολογήθηκαν κατά τη γέννηση, στους 5 και στους 12 μήνες μετά. Στους 5 μήνες, οι μητέρες παρείχαν δείγματα γάλακτος και συμπλήρωσαν ερωτηματολόγια για τη συμπεριφορά των βρεφών, ενώ στους 12 μήνες αξιολογήθηκε το προσωπικό τους ιστορικό παιδικών τραυμάτων.
Η ανάλυση των δειγμάτων επικεντρώθηκε σε δύο κατηγορίες μορίων: τα μικροRNA, που ρυθμίζουν την έκφραση των γονιδίων, και τα λιπαρά οξέα. Οι μητέρες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, «υψηλού τραύματος» (δύο ή περισσότερες τραυματικές εμπειρίες) και «χαμηλού τραύματος» (μία ή καμία).
Τα αποτελέσματα έδειξαν σαφείς διαφορές στο περιεχόμενο μικροRNA. Οι μητέρες με περισσότερα τραύματα είχαν αυξημένα επίπεδα των μικροRNA miR-142-3p, miR-142-5p και miR-223-3p. Η αύξηση αυτών των μορίων φάνηκε να σχετίζεται θετικά με τον αριθμό των τραυματικών εμπειριών. Οι διαφορές αυτές παρέμειναν σημαντικές ακόμη και όταν ελήφθη υπόψη η επιλόχεια κατάθλιψη, η οποία δεν διαφοροποιήθηκε μεταξύ των ομάδων.
Παράλληλα, οι μητέρες της ομάδας υψηλού τραύματος είχαν χαμηλότερες συγκεντρώσεις λιπαρών οξέων μέσης αλυσίδας στο γάλα τους, ακόμα κι όταν συνυπολογίστηκαν η διατροφή και ο δείκτης μάζας σώματος. Σύμφωνα με τον Jawaid, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι τα «ίχνη» των παιδικών τραυμάτων μπορούν να παραμείνουν για πολλά χρόνια και να είναι ανιχνεύσιμα σε σωματικά υγρά όπως το μητρικό γάλα. Η μελέτη διερεύνησε επίσης αν αυτές οι μοριακές διαφορές σχετίζονται με την ιδιοσυγκρασία των βρεφών.
Βρέθηκε ότι υψηλότερα επίπεδα του miR-142-55p συνδέονταν με μεγαλύτερη ευχαρίστηση και θετική διάθεση στα βρέφη, ενώ χαμηλότερα επίπεδα σχετίζονταν με αυξημένη δυσφορία. Ομοίως, τα επίπεδα των λιπαρών οξέων μέσης αλυσίδας σχετίζονταν με την ικανότητα του βρέφους να αντιδρά σε ερεθίσματα και να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι τα αποτελέσματα είναι συσχετιστικά και δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση. Επίσης, επειδή η μελέτη έγινε σε αστικό, μορφωμένο πολωνικό δείγμα, τα ευρήματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλους τους πληθυσμούς. Παρόλα αυτά, η έρευνα καταδεικνύει ότι οι τραυματικές εμπειρίες των μητέρων συνδέονται με μετρήσιμες επιγενετικές αλλαγές στο μητρικό γάλα, οι οποίες σχετίζονται με πρώιμες συμπεριφορές των παιδιών.
Ο Jawaid υπογράμμισε ότι τα αποτελέσματα δεν πρέπει να οδηγήσουν σε ενοχοποίηση των μητέρων ή σε αποφυγή του θηλασμού. Το μητρικό γάλα παραμένει εξαιρετικά ωφέλιμο και προστατευτικό. Η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι οι επιγενετικές αλλαγές προκαλούν προβλήματα· απλώς δείχνει ότι μπορεί να λειτουργούν ως βιοδείκτες κινδύνου ή ανθεκτικότητας.
Για το μέλλον, η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει μελέτες σε ζωικά μοντέλα για να διερευνήσει αν τα συστατικά του γάλακτος μπορούν πράγματι να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου και της συμπεριφοράς των απογόνων. Επίσης, συνεχίζει να παρακολουθεί τα παιδιά της μελέτης καθώς μεγαλώνουν, με στόχο την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα πρώιμα αυτά μοριακά ίχνη επηρεάζουν τη μετέπειτα ζωή τους.
Όπως επισημαίνει ο Jawaid, ο απώτερος στόχος είναι η ταυτοποίηση βιοδεικτών και μηχανισμών που εξηγούν τη διαγενεακή μετάδοση ψυχιατρικών κινδύνων, ώστε να αναπτυχθούν στρατηγικές πρόληψης και παρέμβασης στο μέλλον.
Tags: Μητρικό γάλα, τραύμα, Ψυχικό Τραύμα
