Κατάθλιψη και επίπεδα κρεατινίνης συνδέονται
21 Ιουλίου 2026, 16:00
Η κρεατίνη αποτελεί ένα από τα πιο δημοφιλή συμπληρώματα διατροφής παγκοσμίως και χρησιμοποιείται κυρίως για τη βελτίωση της μυϊκής δύναμης και της αθλητικής απόδοσης. Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, οι επιστήμονες εξετάζουν αν μπορεί να προσφέρει οφέλη και πέρα από τον αθλητισμό, ιδιαίτερα στην ψυχική υγεία. Μια νέα συστηματική ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Brain Medicine διερεύνησε κατά πόσο η κρεατίνη μπορεί να συμβάλει στη μείωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, υποστηρίζοντας τις ενεργειακές ανάγκες του εγκεφάλου.
Τα αποτελέσματα της ανασκόπησης είναι ενθαρρυντικά, αλλά όχι οριστικά. Ορισμένες κλινικές μελέτες έδειξαν σημαντική βελτίωση των συμπτωμάτων της κατάθλιψης, ενώ άλλες δεν διαπίστωσαν κανένα ουσιαστικό όφελος. Επομένως, η υπάρχουσα βιβλιογραφία δημιουργεί περισσότερο ερωτήματα παρά καταλήγει σε ασφαλή συμπεράσματα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Bassam Jeryous Fares από το Πανεπιστήμιο της Οτάβα, δεν πραγματοποίησαν νέο πείραμα, αλλά ανέλυσαν τα ήδη διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα. Εντόπισαν έξι δημοσιεύσεις που αφορούσαν πέντε τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες κλινικές δοκιμές, στις οποίες οι συμμετέχοντες λάμβαναν είτε κρεατίνη είτε εικονικό φάρμακο (placebo), χωρίς να γνωρίζουν ποια θεραπεία ακολουθούσαν.
Οι μελέτες πραγματοποιήθηκαν στη Νότια Κορέα, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Βραζιλία, το Ισραήλ και την Ινδία. Συνολικά συμμετείχαν 238 άτομα, εκ των οποίων οι 126 έλαβαν κρεατίνη και οι 112 placebo. Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν περίπου 36 έτη, ενώ η πλειονότητα ήταν γυναίκες. Μάλιστα, δύο από τις μελέτες περιλάμβαναν αποκλειστικά γυναίκες.
Τέσσερις μελέτες αφορούσαν άτομα με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, ενώ μία επικεντρώθηκε σε ασθενείς με διπολική διαταραχή που βρίσκονταν σε καταθλιπτικό επεισόδιο. Επειδή οι μελέτες διέφεραν σημαντικά ως προς τον σχεδιασμό, τη διάρκεια και τη μεθοδολογία τους, οι ερευνητές δεν πραγματοποίησαν ενιαία στατιστική ανάλυση, αλλά αξιολόγησαν κάθε μελέτη ξεχωριστά.
Τα αποτελέσματα ήταν αντικρουόμενα. Δύο από τις πέντε μελέτες κατέγραψαν θετικά αποτελέσματα. Στην πρώτη, γυναίκες με μείζονα κατάθλιψη που λάμβαναν καθημερινά 5 γραμμάρια κρεατίνης σε συνδυασμό με το αντικαταθλιπτικό εσιταλοπράμη εμφάνισαν σημαντικά μεγαλύτερη μείωση των συμπτωμάτων μετά από οκτώ εβδομάδες σε σύγκριση με όσες έλαβαν μόνο το αντικαταθλιπτικό και placebo. Επιπλέον, περισσότερες συμμετέχουσες πέτυχαν πλήρη ύφεση των συμπτωμάτων. Στη δεύτερη μελέτη, η κρεατίνη χορηγήθηκε παράλληλα με γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και οι συμμετέχοντες παρουσίασαν μεγαλύτερη βελτίωση σε σχέση με την ομάδα placebo.
Αντίθετα, οι υπόλοιπες τρεις μελέτες δεν διαπίστωσαν σημαντικά οφέλη. Σε μία από αυτές, ούτε η χορήγηση 5 ούτε 10 γραμμαρίων κρεατίνης ημερησίως βελτίωσε τα συμπτώματα σε άτομα με κατάθλιψη που δεν ανταποκρίνονταν στη φαρμακευτική αγωγή. Μία άλλη μελέτη σε έφηβες δεν έδειξε διαφορά μεταξύ κρεατίνης και placebo, ανεξάρτητα από τη δόση, ενώ και η μελέτη σε ασθενείς με διπολική διαταραχή δεν κατέγραψε κλινική βελτίωση.
Οι ερευνητές επισήμαναν επίσης ένα σημαντικό ζήτημα ασφάλειας. Δύο ασθενείς με διπολική διαταραχή που έλαβαν κρεατίνη εμφάνισαν υπομανία ή μανία, γεγονός που υποδηλώνει ότι το συμπλήρωμα μπορεί να επηρεάζει διαφορετικά άτομα με διαφορετικές ψυχιατρικές παθήσεις.
Το επιστημονικό ενδιαφέρον για την κρεατίνη βασίζεται στον σημαντικό ρόλο της στην παραγωγή κυτταρικής ενέργειας. Αν και είναι γνωστή για την αναγέννηση της τριφωσφορικής αδενοσίνης (ATP) στους μύες, ο εγκέφαλος εξαρτάται επίσης σε μεγάλο βαθμό από αυτόν τον μηχανισμό. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει μεταβολές στον μεταβολισμό της κρεατίνης στον εγκέφαλο ατόμων με διαταραχές της διάθεσης, γεγονός που οδήγησε στην υπόθεση ότι η διαταραγμένη παραγωγή ενέργειας μπορεί να σχετίζεται με την κατάθλιψη. Επιπλέον, η κρεατίνη ενδέχεται να επηρεάζει τους νευροδιαβιβαστές ντοπαμίνη και σεροτονίνη, οι οποίοι διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη ρύθμιση της διάθεσης.
Ωστόσο, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι οι παραπάνω μηχανισμοί παραμένουν υποθετικοί και δεν αποδεικνύουν αιτιώδη σχέση μεταξύ της κρεατίνης και της κατάθλιψης. Παράλληλα, οι διαθέσιμες μελέτες είναι μικρές, μικρής διάρκειας και παρουσιάζουν μεθοδολογικούς περιορισμούς, γεγονός που δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων ούτε την ευρεία εφαρμογή της κρεατίνης ως θεραπευτικής επιλογής.
Συνεπώς, απαιτούνται μεγαλύτερες και μακροχρόνιες κλινικές μελέτες, οι οποίες θα εξετάσουν διαφορετικές δόσεις, τη συνδυαστική χρήση της κρεατίνης με τη σωματική άσκηση και πιθανές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών. Προς το παρόν, η κρεατίνη αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη αλλά μη αποδεδειγμένη συμπληρωματική παρέμβαση για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης και δεν μπορεί να θεωρηθεί καθιερωμένη θεραπεία.
Tags: Κατάθλιψη, κρεατινίνη
