Μελέτες σε χιλιάδες παιδιά στις ΗΠΑ που εκτέθηκαν σε τοξικά κατά την 11η Σεπτεμβρίου
11 September 2026, 08:37
Γύρω στις 25.000 παιδιά υπολογίζεται ότι φοιτούσαν σε σχολεία στο Μανχάταν κατά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Μερικά ήταν βρέφη και νήπια, ενώ άλλα ήταν ακόμα έμβρυα, στη μήτρα της μητέρας τους.
Παρόλο που εκτέθηκαν στο τεράστιο τοξικό σύννεφο και την καθιζάνουσα σκόνη που περιείχε κονιορτοποιημένο σκυρόδεμα, ίνες γυαλιού, αμίαντο και άλλους ρύπους τις ημέρες και τις εβδομάδες μετά την πτώση των Δίδυμων Πύργων, πολύ λίγα από αυτά τα παιδιά εγγράφηκαν στις χρηματοδοτούμενες από την Κυβέρνηση μελέτες των επιζώντων γιατί αυτές αφορούσαν κυρίως τους πρώτους διασώστες που έφτασαν στη σκηνή.
Ως αποτέλεσμα, δεν υπήρχε τρόπος παρακολούθησης χρόνιων ασθενειών, συμπεριλαμβανομένων καρκίνων, καρδιαγγειακών παθήσεων και των επιδράσεων στην αναπαραγωγική υγεία που μπορεί να εμφανίζονται μόνο τώρα καθώς αυτά τα παιδιά φτάνουν τα 30 και στις αρχές της δεκαετίας των 40 χρόνων, εξηγούν οι επιστήμονες.
Σημαντικά ερωτήματα παραμένουν σχετικά με το εάν η έκθεση στις τοξίνες και το τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου και μετά αύξησε τους μακροπρόθεσμους κινδύνους για την υγεία τους, σύμφωνα με τους επιστήμονες.
Για να αντιμετωπίσει αυτά τα κενά, το Κογκρέσο ανακοίνωσε το 2022 ότι θα χρηματοδοτήσει μια μελέτη για αυτά τα άτομα, η οποία θα διεξαχθεί υπό την εποπτεία των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ.
Τον περασμένο μήνα, το CDC δήλωσε ότι θα αναζητήσει αιτήσεις από ερευνητές για τη δημιουργία του Συντονιστικού Κέντρου Έρευνας Νέων του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου και τον εντοπισμό και την παρακολούθηση μιας Ομάδας Έρευνας Νέων.
Δεν ήταν άμεσα γνωστό πόσους συμμετέχοντες ελπίζει να στρατολογήσει ο οργανισμός, πότε ακριβώς θα ζητήσει επίσημα προτάσεις και πόση χρηματοδότηση είναι διαθέσιμη.
Ο οργανισμός έχει διευκρινίσει ότι οι συμμετέχοντες στη μελέτη θα ήταν 21 ετών ή νεότεροι ή άτομα που τότε ήταν έμβρυα και οι μητέρες τους είχαν διεύθυνση διαμονής από την 14η Οδό στο Μανχάταν ή οπουδήποτε στο Μπρούκλιν κατά και μετά την 11η Σεπτεμβρίου.
Το Πρόγραμμα Υγείας του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου του CDC και το Μητρώο Υγείας του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου του Υπουργείου Υγείας της Νέας Υόρκης προσέφεραν υπηρεσίες για παιδιά κατά τα πρώτα χρόνια μετά τις επιθέσεις. Ωστόσο, τα περισσότερα παιδιά που επλήγησαν ζήτησαν φροντίδα από τους δικούς τους παιδιάτρους, ενώ πολλά ενήλικα επιζώντα ήταν ανασφάλιστα και χρειάζονταν τις υπηρεσίες των προγραμμάτων, εξήγησε η ειδικός πνευμονολόγος Δρ Τζόαν Ράιμπμαν του Ιατρικού Κέντρου NYU Langone.
Σε ενήλικες επιζώντες και άτομα που έλαβαν τις πρώτες βοήθειες, έχουν εντοπιστεί δεκάδες είδη καρκίνων και άλλα προβλήματα υγείας που σχετίζονται με την έκθεσή τους. Ωστόσο, δεδομένα σχετικά με τις επιπτώσεις της παιδικής έκθεσης έχουν μέχρι στιγμής προέλθει μόνο από μικρές μελέτες.
Η κ. Ράιμπμαν, ιδρύτρια του Κέντρου Περιβαλλοντικής Υγείας του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, δήλωσε ότι η συγκέντρωση των συμμετεχόντων θα απαιτήσει μεγάλη υποστήριξη από την κοινότητα.
«Αυτοί οι άνθρωποι είναι διασκορπισμένοι στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη στιγμή. Είναι όλοι μεγαλύτεροι. Μπορεί να μην θέλουν απαραίτητα να επιστρέψουν σε εκείνη την χρονική περίοδο», είπε. «Θα πρέπει να γίνει πολλή δουλειά με τις ομάδες της κοινότητας για να προσπαθήσουμε να τους στρατολογήσουμε», εξήγησε.
Η Δρ Ράιμπμαν και η Δρ Λι Ουίλσον, νυν ιατρική διευθύντρια του Κέντρου Περιβαλλοντικής Υγείας του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου, αναγνώρισαν ότι τα παιδιά στις εμπόλεμες ζώνες σήμερα μπορεί να αντιμετωπίσουν μερικές από τις ίδιες μακροπρόθεσμες συνέπειες με τα παιδιά της 11ης Σεπτεμβρίου.
«Θα ήθελα πολύ να αποτρέψω κάθε αρνητική επίδραση σε αυτά τα παιδιά», είπε η Ουίλσον.
Η μελέτη των παιδιών της 11ης Σεπτεμβρίου μπορεί να ρίξει φως σε προληπτικά και μετριαστικά μέτρα και πόρους που θα μπορούσαν να τεθούν σε εφαρμογή, εξηγούν οι επιστήμονες.
