Ανώτατο: Επιβεβαίωσε ευθύνη για αργοπορημένη διάγνωση εμφράγματος
26 Φεβρουαρίου 2026, 14:57
Το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την ευθύνη ιδιωτικής κλινικής και εξωτερικού ιατρού σε υπόθεση καθυστέρησης διάγνωσης εμφράγματος, με απόφασή του ημερομηνίας 25 Φεβρουαρίου 2026, απορρίπτοντας στο σύνολό τους τις εφέσεις που είχαν καταχωρίσει και επικυρώνοντας αποζημιώσεις που προσεγγίζουν το μισό εκατομμύριο ευρώ, υπέρ ασθενούς που υπέστη μόνιμη καρδιακή βλάβη.
Η υπόθεση αφορά περιστατικό που σημειώθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2009, όταν η ασθενής και μετέπειτα ενάγουσα σε αγωγή κατά ιδιωτικής κλινικής, μετέβη σε ιδιωτική κλινική στη Λεμεσό παραπονούμενη για έντονους πόνους στο στομάχι και τάση προς εμετό. Η επί καθήκοντι ιατρός στις Πρώτες Βοήθειες δεν προέβη σε ορθή διάγνωση ως προς την αιτία των συμπτωμάτων της ασθενούς, ενώ στην κλινική κλήθηκε και εξωτερικός ιατρός με ειδικότητα στη γαστρεντερολογία για να εξετάσει, ειδικά, την ασθενή, ο οποίος επίσης δεν κατέληξε σε διάγνωση σχετική με καρδιολογικό επεισόδιο.
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, φέρεται να μην λήφθηκε πλήρες ιατρικό και οικογενειακό ιστορικό, ούτε αξιολογήθηκαν ορθά τα διαγνωστικά ευρήματα. Κατά την παραμονή της ασθενούς στο νοσηλευτήριο διενεργήθηκε καρδιογράφημα, το οποίο, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, έδειχνε σαφή σημεία οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου. Ωστόσο, το κρίσιμο αυτό εύρημα δεν αξιολογήθηκε εγκαίρως από τους επί καθήκοντι ιατρούς.
Σύμφωνα με τα ευρήματα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, το έμφραγμα είχε εκδηλωθεί γύρω στις 10:30 το πρωί. Ωστόσο, η ορθή διάγνωση τέθηκε μόλις λίγο πριν τα μεσάνυχτα, όταν η ασθενής κατέρρευσε, παρουσιάζοντας δραματική επιδείνωση της κλινικής της εικόνας. Η πολύωρη καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα την εκτεταμένη νέκρωση τμήματος του μυοκαρδίου.
Οι συνέπειες για την υγεία της υπήρξαν βαριές και μη αναστρέψιμες. Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, η καρδιακή λειτουργία της ασθενούς μειώθηκε μόνιμα κατά 30% με 40%, κρίθηκε ανίκανη προς εργασία, υποχρεώθηκε σε δια βίου φαρμακευτική αγωγή, ενώ της τοποθετήθηκε και εμφυτεύσιμος απινιδωτής λόγω αυξημένου κινδύνου επικίνδυνων αρρυθμιών. Εξάλλου, στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αναφέρεται συγκεκριμένα: «Όπως είναι παραδεκτό η Ενάγουσα ήταν σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση και κινδύνευσε η ζωή της. Οι επεμβάσεις όμως, υπήρξαν επιτυχείς και απεσοβήθη το μοιραίο».
Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είχε κρίνει ότι τόσο η κλινική όσο και ο εξωτερικός ιατρός επέδειξαν αμέλεια. Στην κλινική καταλογίστηκε ευθύνη για πράξεις και παραλείψεις του προσωπικού της, στο πλαίσιο της ευθύνης «εκ προστήσεως», ενώ στον ιατρό αποδόθηκε προσωπική ευθύνη επειδή δεν αξιολόγησε το καρδιογράφημα που ο ίδιος είχε ζητήσει.
Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τις εφέσεις της κλινικής και του εξωτερικού ιατρού, οι οποίοι με αυτές επέκριναν το μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου στο οποίο κρίθηκε ότι αυτοί επέδειξαν αμέλεια έναντι της ενάγουσας, υπογράμμισε ότι «με τους λόγους που προβάλλει η κάθε πλευρά στην έφεση της, ουσιαστικά, αμφισβητεί τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα, προϊόν της αξιολόγησης που αυτό διενήργησε όσον αφορά τη μαρτυρία. Μια τέτοια αντιμετώπιση δεν είναι αποδεκτή κατά την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εκτός αν καταδειχθεί ότι η διεργασία της αξιολόγησης της μαρτυρίας, σχετικά, από το εκδικάσαν Δικαστήριο ήταν αντινομική».
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην απόφαση του Ανωτάτου, «δεν διαπιστώνεται να έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, ειδικά, τα ευρήματα με αναφορά στα οποία το Δικαστήριο διαπίστωσε την ευθύνη του κάθε εφεσείοντος ξεχωριστά. Για την ακρίβεια, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι, ο τριτοδιάδικος και η υπεύθυνη ιατρός ορόφου της εναγομένης, δεν έλεγξαν σε οποιοδήποτε στάδιο το καρδιογράφημα, τεκμήριο 3, για τη διενέργεια του οποίου ο τριτοδιάδικος, όπως παραδέχεται από το δικόγραφο του, είχε δώσει οδηγίες. Εάν το έλεγχαν θα διαπίστωναν ότι η ενάγουσα είχε υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου».
Περαιτέρω, όπως αποδίδεται στην απόφαση του Ανωτάτου: «Αναμφίβολα, η εναγόμενη διά των ιατρών της, πάντοτε, και ο τριτοδιάδικος προσωπικά, υπήρξαν αμελείς σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η εναγόμενη, διότι παρέλειψε να ενεργήσει από το στάδιο της εισαγωγής της ενάγουσας στις Πρώτες Βοήθειες, αλλά και σε επόμενο στάδιο μετά που η ενάγουσα, ως εσωτερική ασθενής, είχε τεθεί, ουσιαστικά, υπό την φροντίδα της. Όσον αφορά τον τριτοδιάδικο του οποίου η εμπλοκή, εμφανώς, ήταν περιορισμένη σε σχέση με το θέμα που έχει προαναφερθεί, δηλαδή, την παράλειψη της εξέτασης του καρδιογραφήματος, για τη διενέργεια του οποίου είχε δώσει ο ίδιος οδηγίες. Επομένως, υπό τις περιστάσεις, η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εναγομένη και ο τριτοδιάδικος υπήρξαν αμελείς είναι ορθή».
Όσον αφορά τον επιμερισμό της ευθύνης προς την κλινική, έναντι της οποίας αποδόθηκε το 75%, καθώς και προς τον εξωτερικό ιατρό, έναντι του οποίου αποδόθηκε το 25%, παρέμεινε ως είχε, με το Ανώτατο Δικαστήριο να επικυρώνει πλήρως το ύψος των αποζημιώσεων.
