Επίδομα Τέκνου: 15 χρόνια μετά, οι €5.000 αρκούν για να καλύψουν όσα χάθηκαν;
18 September 2026, 15:11
Οι €69.000 προτείνεται να γίνουν €74.000 και οι €49.000 €54.000. Όμως, ακόμη και πριν εξετάσουμε τις διαχρονικές στρεβλώσεις εις βάρος των πολύτεκνων οικογενειών, τα νέα όρια δεν αποκαθιστούν πλήρως ούτε την πραγματική αξία των παλαιών.
Η Κυβέρνηση ανακοίνωσε νέα διεύρυνση των εισοδηματικών κριτηρίων του Επιδόματος Τέκνου. Πρόκειται για μια θετική κίνηση, στον βαθμό που διευρύνει την πρόσβαση περισσότερων οικογενειών.
Χρειάζεται όμως μια βασική διευκρίνιση: τα νέα όρια δεν βρίσκονται ακόμη σε ισχύ. Αποτελούν τα προτεινόμενα όρια της κυβερνητικής μεταρρύθμισης που θα περάσει από τη νομοθετική διαδικασία στη Βουλή.
Για τις πολύτεκνες οικογένειες, επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι:
Μετά από σχεδόν 15 χρόνια, τα νέα όρια μάς πηγαίνουν πραγματικά μπροστά ή απλώς επιστρέφουν ένα μέρος της αξίας που χάθηκε;
15 χρόνια – €5.000
Ας ξεκινήσουμε από δύο βασικούς αριθμούς.
Για οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά, το όριο των €69.000 προτείνεται να γίνει €74.000.
Για την περίπτωση όπου απομένει ένα παιδί που ο νόμος θεωρεί εξαρτώμενο, οι €49.000 προτείνεται να γίνουν €54.000.
Και στις δύο περιπτώσεις η αύξηση είναι μόλις:
€5.000.
Σε ποσοστά:
€69.000 → €74.000 = +7,2%
€49.000 → €54.000 = +10,2%
Αρκούν όμως αυτές οι αυξήσεις για να καλύψουν όσα χάθηκαν στο μεταξύ;
Άλλο €69.000 το 2012 και άλλο €69.000 σήμερα
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης.
Ένα εισοδηματικό όριο δεν μπορεί να παραμένει σχεδόν αμετάβλητο για περίπου 15 χρόνια και να θεωρούμε ότι εξακολουθεί να προσφέρει την ίδια πραγματική πρόσβαση.
Οι €69.000 του 2012 δεν έχουν σήμερα την ίδια αγοραστική αξία. Το ίδιο ισχύει και για τις €49.000.
Η Στατιστική Υπηρεσία διαθέτει επίσημη ενιαία χρονοσειρά του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή για την περίοδο 2002–2025, η οποία επιτρέπει τη σύγκριση της εξέλιξης του γενικού επιπέδου τιμών. (CystatDB)
Με βάση τη σύγκριση 2012–2025 που χρησιμοποιούμε, η σωρευτική αύξηση του γενικού επιπέδου τιμών είναι περίπου 16,4%. Αυτό σημαίνει ότι, για να διατηρήσουν περίπου την ίδια αγοραστική αξία, τα παλιά όρια θα έπρεπε να είναι αισθητά υψηλότερα.

*Ενδεικτική τιμαριθμική αναγωγή βάσει της επίσημης χρονοσειράς του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της Στατιστικής Υπηρεσίας. (CystatDB)
Ο πίνακας αποτυπώνει το πρόβλημα πολύ απλά.
Οι €69.000 του 2012, μόνο για να διατηρήσουν περίπου την ίδια αγοραστική αξία, θα έπρεπε να αντιστοιχούν σήμερα σε περίπου €80.300. Η κυβερνητική πρόταση σταματά στις €74.000.
Αντίστοιχα, οι €49.000 του 2012 αντιστοιχούν περίπου σε €57.000, ενώ προτείνονται €54.000.
Άρα, ακόμη και πριν εξετάσουμε οποιαδήποτε άλλη παράμετρο, η αύξηση των €5.000 δεν αναπληρώνει πλήρως ούτε την τιμαριθμική απώλεια των παλαιών ορίων.
Και αυτή είναι μόνο η πρώτη δοκιμασία
Ο πληθωρισμός μάς δείχνει την απώλεια της αγοραστικής αξίας. Δεν μας δείχνει όμως ολόκληρη την εικόνα.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα μετακινήθηκαν και τα εισοδήματα.
Επομένως, το επόμενο ερώτημα είναι ακόμη πιο ουσιαστικό:
Τι ποσοστό της εισοδηματικής πυραμίδας χωρούσε κάτω από τα συγκεκριμένα όρια το 2012 και τι ποσοστό θα χωρά κάτω από τα προτεινόμενα όρια σήμερα;
Γιατί ένα όριο μπορεί να αυξάνεται ονομαστικά και παρ' όλα αυτά να καλύπτει μικρότερο μέρος των οικογενειών, εάν η συνολική εισοδηματική κατανομή έχει μετακινηθεί περισσότερο προς τα πάνω.
Αυτό είναι τελικά ένα πολύ πιο ουσιαστικό μέτρο της πραγματικής πρόσβασης.
Η παγίδα των εξαρτώμενων παιδιών
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη μεγάλη στρέβλωση.
Οι προτεινόμενες €74.000 αφορούν την περίοδο κατά την οποία και τα τέσσερα παιδιά θεωρούνται από τον νόμο εξαρτώμενα.
Τα παιδιά όμως μεγαλώνουν.
Καθώς τα μεγαλύτερα παιδιά παύουν σταδιακά να θεωρούνται εξαρτώμενα, η οικογένεια μετακινείται στα χαμηλότερα εισοδηματικά όρια που αντιστοιχούν στον νέο αριθμό εξαρτώμενων τέκνων.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ένα παιδί που παύει να αναγνωρίζεται ως εξαρτώμενο εγκαταλείπει αυτομάτως το οικογενειακό σπίτι ή ότι παύει να επιβαρύνει οικονομικά την οικογένεια.
Όταν τελικά απομένει ένα εξαρτώμενο παιδί, οι σημερινές €49.000 προτείνεται να γίνουν €54.000.
Γι' αυτό οι €74.000 δεν αποτελούν το διαχρονικό όριο της πολύτεκνης οικογένειας. Αφορούν μια συγκεκριμένη φάση της.
Για συνεχή πρόσβαση στη στήριξη, η κρίσιμη σύγκριση γίνεται:
€49.000 → προτεινόμενες €54.000.
Και όπως είδαμε, μόνο για να διατηρηθεί περίπου η αγοραστική αξία των €49.000 του 2012, το ποσό θα έπρεπε να βρίσκεται γύρω στις €57.000.
Πόσο χαμηλά πρέπει να βρίσκεται μια εξαμελής οικογένεια;
Ας το δούμε και από μια άλλη οπτική.
Θεωρούμε μια οικογένεια με δύο γονείς και τέσσερα παιδιά που εξακολουθούν να ζουν στο οικογενειακό σπίτι, ακόμη και όταν κάποια από αυτά έχουν πάψει να θεωρούνται εξαρτώμενα από τον νόμο.
Για έναν καθαρά ενδεικτικό υπολογισμό χρησιμοποιούμε διαθέσιμο εισόδημα ίσο με περίπου 75% του συνολικού και συντελεστή ισοδυναμίας 3,5. Το 75% αποτελεί παραδοχή αποκλειστικά για σκοπούς σύγκρισης και όχι επίσημο συντελεστή της Στατιστικής Υπηρεσίας.
Έτσι:
€69.000 → €14.786 ισοδύναμο διαθέσιμο εισόδημα
€74.000 → €15.857
και για τη συνεχή πρόσβαση:
€49.000 → €10.500
€54.000 → €11.571.
Αυτό αποτυπώνει ένα βασικό πρόβλημα του μηχανισμού:
Το παιδί μπορεί να βγαίνει από τον νόμο. Δεν βγαίνει όμως κατ' ανάγκη ούτε από το σπίτι ούτε από τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Και τότε εμφανίζονται οι €100.000
Στη δημόσια συζήτηση κυριαρχεί, ωστόσο, ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός:
€100.000.
Είναι το προτεινόμενο ανώτατο όριο για οικογένεια με τέσσερα εξαρτώμενα παιδιά και πράγματι διευρύνει την τυπική πρόσβαση σε σχέση με το υφιστάμενο καθεστώς.
Όμως στις υψηλότερες προτεινόμενες εισοδηματικές ζώνες το ύψος της παροχής μειώνεται σημαντικά. Γι' αυτό δεν πρέπει να συγχέουμε δύο διαφορετικές έννοιες:
την τυπική πρόσβαση στον νόμο και την ουσιαστική στήριξη της οικογένειας.
Ένα υψηλό ανώτατο εισοδηματικό όριο δεν σημαίνει από μόνο του ότι η οικογένεια λαμβάνει αντίστοιχα σημαντική οικονομική στήριξη.
Άλλο δικαιούχος στα χαρτιά και άλλο ουσιαστικά στηριζόμενη οικογένεια.
Και όλα αυτά χωρίς να έχουν διορθωθεί οι αρχικές στρεβλώσεις
Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο σημείο ολόκληρης της σύγκρισης.
Όλοι οι προηγούμενοι υπολογισμοί γίνονται σαν να δεχόμαστε, για χάρη της συζήτησης, ότι τα όρια των €69.000 και €49.000 ήταν εξαρχής σωστά και δίκαια για τις πολύτεκνες οικογένειες.
Όμως αυτό ακριβώς είναι που αμφισβητούμε.
Τα όρια αυτά παρουσίαζαν από την αρχή βασικές στρεβλώσεις: δεν κλιμακώνονταν αναλογικά με το μέγεθος της οικογένειας, ενώ ο μηχανισμός των εξαρτώμενων τέκνων οδηγούσε σε σταδιακή μείωση του εισοδηματικού ορίου, χωρίς οι πραγματικές ανάγκες της οικογένειας να μειώνονται με τον ίδιο τρόπο.
Με άλλα λόγια, οι €69.000 δεν αποτελούσαν ένα ιδανικό ή δίκαιο σημείο εκκίνησης, το οποίο απλώς χρειάζεται σήμερα να αναπροσαρμοστεί.
Ήταν ήδη ένα προβληματικό σημείο εκκίνησης.
Και όμως, σχεδόν 15 χρόνια αργότερα, συμβαίνει κάτι παράδοξο:
όχι μόνο δεν διορθώνονται πλήρως οι αρχικές στρεβλώσεις, αλλά τα προτεινόμενα νέα όρια δεν επαναφέρουν πλήρως ούτε την πραγματική αξία των ίδιων των παλαιών ορίων.
Οι €69.000 του 2012, παρότι θεωρούμε ότι ήταν ήδη ανεπαρκώς κλιμακωμένες για μια πολύτεκνη οικογένεια, αντιστοιχούν σήμερα περίπου σε €80.300. Προτείνονται €74.000.
Οι €49.000 αντιστοιχούν περίπου σε €57.000. Προτείνονται €54.000.
Άρα έχουμε ουσιαστικά δύο διαφορετικά ζητήματα:
Πρώτον, να αποκατασταθεί τουλάχιστον η πραγματική αξία που είχαν τα παλιά όρια.
Δεύτερον, και σημαντικότερο, να διορθωθούν οι στρεβλώσεις που είχαν αυτά τα όρια εξαρχής για τις μεγάλες οικογένειες.
Το ένα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το άλλο.
Τελικά, προχωρούμε ή αναπληρώνουμε μέρος όσων χάθηκαν;
Η κυβερνητική πρόταση αποτελεί διεύρυνση σε σχέση με το υφιστάμενο καθεστώς. Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
Μετά όμως από σχεδόν 15 χρόνια, η σύγκριση δεν μπορεί να γίνεται μόνο με τα σημερινά, επί χρόνια παγωμένα όρια.
Πρέπει να εξετάσουμε τι πραγματική αξία είχαν όταν θεσπίστηκαν και, ακόμη περισσότερο, αν ήταν εξαρχής δίκαια για μια πολύτεκνη οικογένεια.
Και εκεί βρίσκεται η ουσία:
€69.000 το 2012 → περίπου €80.300 σε τιμές 2025 → προτεινόμενο όριο €74.000
και:
€49.000 το 2012 → περίπου €57.000 σε τιμές 2025 → προτεινόμενο όριο €54.000.
Άρα, με βάση μόνο την εξέλιξη των τιμών, η αύξηση των €5.000 δεν αρκεί για να αποκαταστήσει πλήρως την πραγματική αξία των παλαιών ορίων.
Και όλα αυτά πριν καν προσπαθήσουμε να διορθώσουμε τις στρεβλώσεις που υπήρχαν ήδη μέσα στα ίδια τα παλιά όρια.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου:
Αν σχεδόν 15 χρόνια μετά δεν έχουμε ακόμη επαναφέρει σε σημερινές τιμές ούτε τα παλιά - και ήδη προβληματικά - όρια, μπορούμε πραγματικά να μιλάμε για πλήρη αποκατάσταση της πρόσβασης των πολύτεκνων οικογενειών;
Δεν αρκεί λοιπόν να επιστρέψουμε ένα μέρος από όσα χάθηκαν.
Χρειάζεται να διορθώσουμε και την αδικία που υπήρχε από την αρχή.
Γιατί πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι απλώς να μετακινούμε προς τα πάνω τα ίδια προβληματικά όρια. Είναι να δημιουργήσουμε ένα σύστημα που αναγνωρίζει δίκαια το μέγεθος της οικογένειας, τις πραγματικές ανάγκες κάθε παιδιού και προστατεύει τη στήριξη από τη διάβρωση του χρόνου.
