Συντροφικότητα και κατανάλωση αλκοόλ
16 Ιανουαρίου 2026, 18:00
Το αλκοόλ αποτελεί συχνό «καλεσμένο» σε γάμους, δείπνα και χαλαρά βράδια στο σπίτι, καθώς είναι ενσωματωμένο στον τρόπο που κοινωνικοποιούμαστε και στις σχέσεις που διαμορφώνουμε. Μία ολοκληρωμένη νέα έρευνα δείχνει ότι, παρότι συχνά το θεωρούμε πηγή συγκρούσεων, η συμβατότητα των συνηθειών κατανάλωσης αλκοόλ μέσα στο ζευγάρι αποτελεί βασικό παράγοντα σταθερότητας του γάμου. Η έννοια αυτή της «οινικής συμβατότητας» παρουσιάζεται αναλυτικά στο SubstanceAbuse and Rehabilitation.
Οι ειδικοί στη δημόσια υγεία όλο και περισσότερο εξετάζουν την ευημερία του ατόμου μέσα από τις στενές κοινωνικές του σχέσεις. Ο γάμος είναι μία από τις σημαντικότερες στιγμές της ενήλικης ζωής και οι κοινές μας συμπεριφορές μπορούν να επηρεάσουν βαθιά την υγεία μας. Η κατανάλωση αλκοόλ είναι κατεξοχήν κοινωνική δραστηριότητα: επηρεάζει μνήμη και προσοχή, αλλά λειτουργεί και ως μέσο επικοινωνίας, δείχνοντας κοινές αξίες ή απόκλιση από τις κοινωνικές νόρμες.
Την έρευνα πραγματοποίησαν οι Jessica A. Kulak, SarahCerconeHeavey, Leah F. Marsack και Kenneth E. Leonard, από το Πανεπιστήμιο του Buffalo. Στόχος τους ήταν να συνθέσουν τα δεδομένα για τον τρόπο που οι συνήθειες κατανάλωσης των δύο συντρόφων αλληλεπιδρούν, επηρεάζοντας επιθετικότητα, ικανοποίηση από τη σχέση και πιθανότητα διαζυγίου.
Η ανασκόπηση ξεκινά από την Ενδοοικογενειακή Βία (IPV), δηλαδή τη σωματική ή ψυχολογική βλάβη μέσα σε ζευγάρια. Πάνω από μία στις τέσσερις γυναίκες παγκοσμίως βιώνουμε μια τέτοια εμπειρία στη διάρκεια της ζωής μας. Τα στοιχεία δείχνουν σταθερά ότι η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ από άντρες αποτελεί σημαντικό παράγοντα κινδύνου για βία. Αυτό παρατηρείται σε χώρες όπως Βραζιλία, Καναδάς, Ινδία και Ισπανία.
Η σχέση αλκοόλ–βίας λειτουργεί σε δύο επίπεδα:
α) Σε βάθος χρόνου (distal): μακροχρόνια πρότυπα κατανάλωσης
β) Στο κοντινό μέλλον (proximal): άμεση μέθη πριν από επιθετικό επεισόδιο
Πειράματα δείχνουν ότι το αλκοόλ αυξάνει την επιθετικότητα, ιδιαίτερα όταν το άτομο ήδη διαθέτει χαρακτηριστικά όπως παρορμητικότητα ή εχθρότητα.
Το αλκοόλ μειώνει την ικανότητα γνωστικής επεξεργασίας, με αποτέλεσμα να εστιάζουμε έντονα σε προκλητικά ερεθίσματα και να αγνοούμε ανασταλτικούς παράγοντες, όπως οι συνέπειες των πράξεών μας. Η παρουσία αλκοόλ από μόνη της δεν προκαλεί βία∙όμως ο κίνδυνος αυξάνεται πολύ όταν συνδυάζεται με ήδη υψηλές συγκρούσεις στη σχέση ή με συγκεκριμένες προσωπικότητες.
Κεντρική έννοια της ανασκόπησης είναι η «οινική σύμπραξη»: ο τρόπος που οι δικές μας και του συντρόφου μας συνήθειες πλέκονται μεταξύ τους. Η διαπίστωση είναι ξεκάθαρη: η συμβατότητα έχει μεγαλύτερη σημασία από την ποσότητα που πίνει ο καθένας. Τα ζευγάρια με ασύμβατα πρότυπα κατανάλωσης αντιμετωπίζουν πιο συχνές συγκρούσεις. Για παράδειγμα, όταν η σύζυγος πίνει βαριά και ο σύζυγος όχι, ο κίνδυνος IPV φαίνεται αυξημένος.
Η ανασκόπηση εξετάζει και τη σχέση αλκοόλ–ικανοποίησης από τον γάμο. Η σχέση αυτή είναι αμφίδρομη: όταν είμαστε δυσαρεστημένοι, μπορεί να πίνουμε περισσότερο, και όταν πίνουμε περισσότερο, υπονομεύεται η ποιότητα της σχέσης. Ωστόσο, η συμφωνία στα πρότυπα κατανάλωσης, είτε είμαστε και οι δύο αποχήτες είτε και οι δύο μετριοπαθείς πότες,σχετίζεται με υψηλότερη ικανοποίηση.
Τα οφέλη αυτά εμφανίζονται και στη συχνότητα μέθης. Τα ζευγάρια που πίνουμε μαζίσυχνάτείνουμε να αναφέρουμεμεγαλύτερηεγγύτητα και ικανοποίηση από εκείνα όπουένας πίνειμόνος. Όμως τα δεδομένα υπενθυμίζουνότι, μακροπρόθεσμα, το βαρύ κοινό ποτό μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ικανοποίησης μετά από χρόνια.
Όσον αφορά τα διαζύγια, η έρευνα δείχνει ότι η ασυμφωνία στο ποτό αποτελεί ισχυρό προγνωστικό παράγοντα. Ζευγάρια όπου μόνο ο ένας πίνει πολύ έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα διάλυσης από ζευγάρια όπου και οι δύο πίνουν βαριά ή και οι δύο απέχουν. Μάλιστα, συνδυασμοί όπου η σύζυγος είναι βαριά πότρια και ο σύζυγος όχι έχουν από τους υψηλότερους κινδύνους διαζυγίου. Παράλληλα, τα ζευγάρια αμοιβαίας αποχής φαίνεται να έχουν από τους χαμηλότερους κινδύνους.
Η διάλυση ενός γάμου επηρεάζει επίσης τις συνήθειες κατανάλωσης. Το διαζύγιο είναι ισχυρό στρεσογόνο γεγονός: οι διαζευγμένοι έχουμε υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουμε διαταραχή χρήσης αλκοόλ σε σχέση με όσους παραμένουν παντρεμένοι. Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγαλύτερος για τους άντρες. Οι γυναίκες, που συχνά λαμβάνουμε την απόφαση του διαζυγίου για λόγους ευημερίας, τείνουμε να μειώνουμε τη βαριά κατανάλωση μετά την αποχώρηση από μια προβληματική σχέση. Αντίθετα, οι άντρες συχνά αυξάνουν τη χρήση αλκοόλ τα πρώτα χρόνια μετά τον χωρισμό.
Η ανασκόπηση επισημαίνει ότι ορισμένα γονιδιακά στοιχεία αυξάνουν παράλληλα τον κίνδυνο για αλκοολισμό και για διαζύγιο, ενώ περιβαλλοντικοί παράγοντες -όπως κοινές αξίες ή θρησκευτικές πεποιθήσεις-μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά.
Περιορισμοί της έρευνας περιλαμβάνουν την έλλειψη δεδομένων για ζευγάρια LGBTQ+ και τις μεγάλες διαφορές στα εργαλεία μέτρησης της «ικανοποίησηςγάμου». Επίσης, απαιτείται περισσότερη έρευνα σε πολιτισμικά ποικιλόμορφα ζευγάρια, αφού το αλκοόλ έχει διαφορετικές πολιτισμικές σημασίες.
Στο συμπέρασμά τους, οι συγγραφείς υπογραμμίζουν ότι η αντιμετώπιση της χρήσης αλκοόλ πρέπει να ξεπερνά το επίπεδο του ατόμου: η συμπεριφορά και των δύο συντρόφων δημιουργεί ένα δυναμικό σύστημα που είτε στηρίζει είτε υπονομεύει τον γάμο. Οι παρεμβάσεις χρειάζεται να περιλαμβάνουν και τα δύο μέλη. Η βελτίωση της λειτουργίας της σχέσης μπορεί να μειώσει την κατανάλωση, όπως και η μείωση της κατανάλωσης μπορεί να βελτιώσει τη σχέση, ένας αμφίδρομος κύκλος που μπορεί να γίνει θετικός όταν δουλέψουμε μαζί.
