Χιλιάδες νέες μητέρες με αδιάγνωστο PTSD μετά τον τοκετό
04 September 2026, 16:00
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) μετά τον τοκετό αποτελεί ένα πρόβλημα που μπορεί να επηρεάσει γυναίκες σε όλο τον κόσμο.
Το PTSD μπορεί να εμφανιστεί μετά από μια δύσκολη εγκυμοσύνη ή έναν τραυματικό τοκετό, αλλά και μετά από έναν ιατρικά ομαλό τοκετό, προκαλώντας συμπτώματα όπως αναδρομές, εφιάλτες, άγχος και επίμονες αρνητικές σκέψεις.
Δεκάδες χιλιάδες νέες μητέρες στη Βρετανία μπορεί να αντιμετωπίζουν αδιάγνωστη διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) μετά τον τοκετό, σύμφωνα με νέα έκθεση του Πανεπιστημίου East Anglia.
Η ανάλυση δείχνει ότι το συναισθηματικό και ψυχολογικό τραύμα μετά τον τοκετό μπορεί να μην αναγνωρίζεται ή να διαγιγνώσκεται λανθασμένα κατά τις μεταγεννητικές επισκέψεις σε γενικούς γιατρούς.
Η προειδοποίηση έρχεται σε μια περίοδο αυξανόμενης ανησυχίας για την ψυχική υγεία των μητέρων.
Οι ερευνητές ζητούν από το βρετανικό σύστημα υγείας να δώσει στους γενικούς γιατρούς καλύτερα εργαλεία για τον εντοπισμό των νέων μητέρων που αντιμετωπίζουν PTSD, ώστε να μπορούν να λαμβάνουν την κατάλληλη υποστήριξη.
Η επικεφαλής της έρευνας και γενικός γιατρός, δρ Megan Foreman, από την Ιατρική Σχολή Norwich του Πανεπιστημίου East Anglia, ανέφερε ότι περίπου μια στις 20 γυναίκες εμφανίζει PTSD μετά τον τοκετό, γεγονός που αντιστοιχεί σε δεκάδες χιλιάδες μητέρες στη Βρετανία.
Οι επιπτώσεις του τραύματος μετά τον τοκετό
Το τραύμα από τον τοκετό που δεν αντιμετωπίζεται μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στις γυναίκες και τις οικογένειές τους.
Ορισμένες γυναίκες μπορεί να αισθάνονται τόσο έντονο άγχος, ώστε να αναζητούν επανειλημμένα επιβεβαίωση από επαγγελματίες υγείας για την κατάσταση τη δική τους ή του μωρού τους.
Άλλες μπορεί να αποφεύγουν εντελώς τις υπηρεσίες υγείας, ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας μελλοντικής εγκυμοσύνης.
Μπορεί επίσης να ζητήσουν προγραμματισμένη καισαρική τομή σε επόμενη εγκυμοσύνη, προκειμένου να αισθανθούν ότι έχουν ξανά τον έλεγχο.
Άλλες μπορεί να αρνηθούν προτεινόμενη ιατρική φροντίδα ή να επιλέξουν τον τοκετό στο σπίτι, ακόμη και σε εγκυμοσύνες υψηλού κινδύνου, προκειμένου να αποφύγουν παρεμβάσεις που συνδέουν με την προηγούμενη εμπειρία τους.
Οι δυσκολίες στη διάγνωση
Σύμφωνα με την έκθεση, οι γενικοί γιατροί δεν διαθέτουν επαρκείς πληροφορίες και πρακτικά εργαλεία για να αξιολογήσουν σωστά τη σοβαρότητα του προβλήματος, τους πιθανούς κινδύνους και το ποιες γυναίκες χρειάζονται εξειδικευμένη θεραπεία.
Παρότι το τραύμα μετά τον τοκετό αναφέρεται στις εθνικές κατευθυντήριες οδηγίες του NICE και του NHS England, πολλοί επαγγελματίες υγείας, μεταξύ αυτών και γενικοί γιατροί, αισθάνονται ότι δεν έχουν την απαραίτητη εκπαίδευση και αυτοπεποίθηση για να υποστηρίξουν τις γυναίκες που το αντιμετωπίζουν.
Παράλληλα, οι γενικοί γιατροί αντιμετωπίζουν αυξανόμενη πίεση, ελλείψεις προσωπικού και περιορισμένο χρόνο για κάθε ραντεβού, παρότι αποτελούν βασικό σημείο πρόσβασης των νέων μητέρων σε εξειδικευμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Οι ερευνητές επισημαίνουν επίσης ότι ορισμένες γυναίκες μπορεί να διαγνωστούν λανθασμένα με επιλόχειο κατάθλιψη, γεγονός που ενδέχεται να καθυστερήσει την πρόσβασή τους στις κατάλληλες ψυχολογικές θεραπείες για το PTSD.
Ανάγκη για καλύτερο εντοπισμό
Ζητούν ακόμη να αναπτυχθούν σαφείς οδηγίες, σε συνεργασία με τις ίδιες τις γυναίκες, καθώς και ένα αξιόπιστο εργαλείο αξιολόγησης που θα μπορούν να χρησιμοποιούν οι γενικοί γιατροί κατά το μεταγεννητικό ραντεβού, περίπου έξι έως οκτώ εβδομάδες μετά τον τοκετό.
Ωστόσο, τονίζουν ότι η διαδικασία θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη ευαισθησία.
Πολλές νέες μητέρες επισκέπτονται τον γιατρό μαζί με το νεογέννητο, συνδυάζοντας τον δικό τους έλεγχο υγείας με εξετάσεις ή εμβολιασμούς του μωρού.
Κάποιες μπορεί επίσης να μην αισθάνονται ακόμη έτοιμες να μιλήσουν για μια τραυματική εμπειρία τοκετού.
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι οι κατάλληλες ερωτήσεις τη σωστή στιγμή, η καλύτερη εκπαίδευση των γιατρών και σαφείς διαδικασίες παραπομπής σε εξειδικευμένες υπηρεσίες είναι απαραίτητες για την έγκαιρη αναγνώριση και αντιμετώπιση του προβλήματος.
