ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Ποιοι έφηβοι κινδυνεύουν περισσότερο να εμφανίσουν έντονο άγχος

27 Μαΐου 2026, 10:00

images

Νέα ανάλυση δεδομένων από τη μακροχρόνια βρετανική έρευνα Avon Longitudinal Study of Parents and Children έδειξε ότι τα παιδιά που παρουσίαζαν υπερακουσία στην ηλικία των 11 ετών εμφάνιζαν συχνότερα και εντονότερα συμπτώματα άγχους κατά την εφηβεία, συγκεκριμένα στις ηλικίες των 13 και 16 ετών. Η σχέση αυτή παρέμεινε ισχυρή ακόμη και όταν οι ερευνητές έλαβαν υπόψη προϋπάρχοντα συναισθηματικά προβλήματα, χαρακτηριστικά αυτισμού ή άλλες νευροαναπτυξιακές διαφορές όπως η ΔΕΠΥ, η δυσλεξία και η δυσπραξία. Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of Child Psychology and Psychiatry.

Η υπερακουσία είναι μια κατάσταση κατά την οποία οι συνηθισμένοι καθημερινοί ήχοι γίνονται αντιληπτοί ως υπερβολικά δυνατοί, ενοχλητικοί ή ακόμη και επώδυνοι. Ήχοι που για τους περισσότερους ανθρώπους θεωρούνται φυσιολογικοί – όπως οι φωνές, η κίνηση στους δρόμους, οι ηλεκτρικές συσκευές ή ο ήχος από πιάτα – μπορεί να προκαλούν δυσφορία ή έντονο στρες σε άτομα με υπερακουσία. Η κατάσταση αυτή διαφέρει από μια απλή αντιπάθεια προς τον θόρυβο, καθώς σχετίζεται με μειωμένη ανοχή στους ήχους.

Η υπερακουσία μπορεί να επηρεάζει το ένα ή και τα δύο αυτιά και να εμφανιστεί έπειτα από έκθεση σε δυνατό θόρυβο, τραυματισμό στο κεφάλι, ημικρανίες, νευρολογικές διαταραχές ή χωρίς εμφανή αιτία. Συχνά συνυπάρχει με εμβοές, δηλαδή αίσθηση κουδουνίσματος ή βουητού στα αυτιά χωρίς εξωτερική πηγή ήχου. Το πρόβλημα μπορεί να οδηγήσει άτομα και ιδιαίτερα παιδιά στην αποφυγή κοινωνικών δραστηριοτήτων, δημόσιων χώρων ή σχολικών περιβαλλόντων. Ενδιαφέρον είναι ότι η συνεχής χρήση ωτοασπίδων μπορεί μερικές φορές να επιδεινώσει την ευαισθησία στους ήχους.

Η ερευνήτρια Foteini Tseliou και οι συνεργάτες της θέλησαν να εξετάσουν αν μια απλή ερώτηση σχετικά με την υπερακουσία στην ηλικία των 11 ετών μπορούσε να προβλέψει μελλοντικά προβλήματα άγχους και συναισθηματικής υγείας στην εφηβεία και την ενήλικη ζωή. Επιπλέον, προσπάθησαν να διαπιστώσουν αν η υπερακουσία σχετίζεται με συγκεκριμένες αναπτυξιακές πορείες άγχους.

Για τον σκοπό αυτό, ανέλυσαν δεδομένα από τη μελέτη ALSPAC, μια από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές διαχρονικές έρευνες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η έρευνα ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και περιλάμβανε περισσότερες από 14.000 εγκύους γυναίκες από την περιοχή Avon, οι οποίες γέννησαν σχεδόν 14.000 παιδιά. Η συγκεκριμένη ανάλυση βασίστηκε σε στοιχεία από 6.621 συμμετέχοντες, εκ των οποίων το 51% ήταν κορίτσια.

Όταν τα παιδιά ήταν 11 ετών, συμμετείχαν σε αξιολόγηση ακοής και απάντησαν σε ερωτήσεις σχετικά με την υπερευαισθησία στους ήχους και τις εμβοές. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ως δείκτη υπερακουσίας την απάντηση σε μια ερώτηση που αφορούσε τη δυσφορία ή την υπερευαισθησία σε καθημερινούς ήχους και όχι σε υπερβολικά δυνατούς θορύβους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 3,7% των παιδιών ανέφερε συμπτώματα υπερακουσίας. Από αυτά, το 62% ήταν αγόρια. Επιπλέον, τα παιδιά που είχαν υπερακουσία στην ηλικία των 11 ετών είχαν τριπλάσιες πιθανότητες να συνεχίσουν να εμφανίζουν υπερακουσία και στην ηλικία των 28 ετών.

Η ανάλυση αποκάλυψε επίσης ότι τα παιδιά με υπερακουσία παρουσίαζαν πιο έντονα συμπτώματα άγχους στην εφηβεία. Η σχέση αυτή παρέμεινε ακόμη και όταν λήφθηκαν υπόψη προϋπάρχοντα προβλήματα άγχους ή συναισθηματικών δυσκολιών, καθώς και χαρακτηριστικά αυτισμού ή άλλων μορφών νευροδιαφορετικότητας. Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι η υπερακουσία σχετιζόταν κυρίως με συναισθήματα φόβου, ανησυχίας και νευρικότητας και λιγότερο με καταθλιπτικά συμπτώματα ή σωματικά παράπονα.

Παράλληλα, η υπερακουσία στην ηλικία των 11 ετών φάνηκε να προβλέπει μια επίμονη πορεία άγχους. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά που είχαν αυξημένα επίπεδα άγχους από μικρή ηλικία συνέχισαν να εμφανίζουν υψηλά επίπεδα συναισθηματικών δυσκολιών καθ’ όλη την εφηβεία, αντί τα συμπτώματα να μειώνονται με τον χρόνο.

Επιπλέον αναλύσεις έδειξαν ότι η υπερακουσία σχετιζόταν με συναισθηματικά προβλήματα ακόμη και στην ηλικία των 25 ετών. Ωστόσο, δεν συνδέθηκε άμεσα με γενικευμένη αγχώδη διαταραχή, μείζονα κατάθλιψη ή αυτοτραυματική συμπεριφορά στην ενήλικη ζωή.

Οι συγγραφείς της μελέτης κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αξιολόγηση της υπερακουσίας στην παιδική ηλικία μπορεί να προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για τον εντοπισμό παιδιών που κινδυνεύουν να αναπτύξουν ή να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα άγχους κατά την εφηβεία.

Παρόλα αυτά, οι ερευνητές επισημαίνουν ορισμένους περιορισμούς της μελέτης. Με την πάροδο των χρόνων, περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες εγκατέλειψαν την έρευνα, γεγονός που μπορεί να επηρέασε τα αποτελέσματα. Επιπλέον, η υπερακουσία αξιολογήθηκε μόνο μέσω μίας ερώτησης, κάτι που ίσως οδήγησε σε υποεκτίμηση του προβλήματος, καθώς ορισμένα παιδιά πιθανόν να μην κατάλαβαν ότι η ερώτηση αφορούσε τη δυσφορία από συνηθισμένους καθημερινούς ήχους.


Σχετικά Άρθρα