Η διατροφή ίσως συμμετέχει στην αντιμετώπιση της ΔΕΠΥ
14 Ιουλίου 2026, 09:00
Αυστραλιανή μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Nutritional Psychiatry δείχνει ότι, παρόλο που οι έφηβοι με και χωρίς Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) ακολουθούν εξίσου φτωχές διατροφικές συνήθειες, όσοι καταναλώνουν πιο υγιεινές τροφές εμφανίζουν λιγότερα προβλήματα προσοχής και καλύτερες γνωστικές επιδόσεις. Τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η διατροφή μπορεί να επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου και να συμβάλλει στη διαχείριση των συμπτωμάτων της ΔΕΠΥ.
Η ΔΕΠΥ είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στη συγκέντρωση, την οργάνωση, τον αυτοέλεγχο και την παρορμητικότητα. Αν και η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί τη βασική θεραπεία, οι επιστήμονες αναζητούν και τροποποιήσιμους παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η διατροφή, που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την καθημερινή λειτουργικότητα των ασθενών.
Τα τελευταία χρόνια, η διατροφή έχει βρεθεί στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η έλλειψη ορισμένων θρεπτικών συστατικών μπορεί να επιδεινώνει τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ. Παράλληλα, η μεσογειακή διατροφή θεωρείται ιδιαίτερα ευεργετική για την υγεία του εγκεφάλου, καθώς είναι πλούσια σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης, ελαιόλαδο, ξηρούς καρπούς και ψάρια, προσφέροντας Ω3 λιπαρά οξέα, βιταμίνες και αντιοξειδωτικά που συμβάλλουν στη μείωση της φλεγμονής και στη σωστή λειτουργία του νευρικού συστήματος. Αντίθετα, η δυτική διατροφή περιλαμβάνει μεγάλες ποσότητες επεξεργασμένων τροφίμων, ζάχαρης και κορεσμένων λιπαρών.
Η ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου Sunshine Coast της Αυστραλίας θέλησε να εξετάσει τις διατροφικές συνήθειες μεγαλύτερων εφήβων, καθώς οι περισσότεροι αποκτούν σε αυτή την ηλικία μεγαλύτερη αυτονομία στις επιλογές των γευμάτων τους. Στη μελέτη συμμετείχαν 39 έφηβοι ηλικίας 13-18 ετών. Από αυτούς, οι 18 είχαν διαγνωστεί με ΔΕΠΥ, ενώ οι υπόλοιποι 21 αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου.
Οι συμμετέχοντες και οι γονείς τους παρείχαν πληροφορίες για την υγεία και τον τρόπο ζωής τους, ενώ οι έφηβοι κατέγραψαν αναλυτικά όλα όσα έφαγαν και ήπιαν για τέσσερις ημέρες – τρεις καθημερινές και μία ημέρα του Σαββατοκύριακου. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ειδικό λογισμικό για να υπολογίσουν την πρόσληψη βιταμινών, μετάλλων και λιπαρών, ενώ αξιολόγησαν κατά πόσο η διατροφή κάθε συμμετέχοντα πλησίαζε το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής.
Παράλληλα, όλοι οι έφηβοι υποβλήθηκαν σε ηλεκτρονικό τεστ διάρκειας 21 λεπτών που αξιολογούσε την προσοχή, την ταχύτητα αντίδρασης και τον έλεγχο της παρορμητικότητας. Επιπλέον, οι ίδιοι και οι γονείς τους συμπλήρωσαν ειδικά ερωτηματολόγια σχετικά με τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι έφηβοι με ΔΕΠΥ εμφάνισαν υψηλότερα επίπεδα απροσεξίας και παρορμητικότητας. Ωστόσο, όταν συγκρίθηκαν οι διατροφικές συνήθειες των δύο ομάδων, διαπιστώθηκε ότι και οι δύο ακολουθούσαν γενικά μη ισορροπημένη διατροφή. Οι περισσότεροι κατανάλωναν υπερβολικές ποσότητες κορεσμένων λιπαρών, αλατιού και ζάχαρης, ενώ δεν λάμβαναν επαρκείς ποσότητες φυτικών ινών, ασβεστίου και ωμέγα-3 λιπαρών οξέων. Η μοναδική αξιοσημείωτη διαφορά ήταν ότι οι έφηβοι με ΔΕΠΥ κατανάλωναν συχνότερα γλυκά και καραμέλες.
Οι ερευνητές παρατήρησαν επίσης ότι όσο μεγάλωναν οι έφηβοι χωρίς ΔΕΠΥ, η ποιότητα της διατροφής τους βελτιωνόταν ελαφρώς. Αντίθετα, στους εφήβους με ΔΕΠΥ οι διατροφικές συνήθειες επιδεινώνονταν με την ηλικία, πιθανώς επειδή η αυξημένη ανεξαρτησία στις επιλογές τροφίμων συνδυάζεται με μεγαλύτερη παρορμητικότητα και προτίμηση σε επεξεργασμένα ή γλυκά προϊόντα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασαν τα αποτελέσματα μέσα στην ομάδα των εφήβων με ΔΕΠΥ. Όσοι ακολουθούσαν διατροφή πιο κοντά στη μεσογειακή εμφάνιζαν λιγότερα προβλήματα συγκέντρωσης και υπερκινητικότητας, ενώ είχαν καλύτερες επιδόσεις στο ηλεκτρονικό τεστ, με ταχύτερους χρόνους αντίδρασης και μεγαλύτερη συνέπεια στις απαντήσεις τους.
Η μελέτη ανέδειξε ακόμη τον σημαντικό ρόλο συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών. Η υψηλότερη πρόσληψη βιταμίνης Β12 συνδέθηκε με ταχύτερη επεξεργασία πληροφοριών και καλύτερους χρόνους αντίδρασης. Παράλληλα, ευνοϊκή επίδραση φάνηκε να έχει και η χαμηλότερη αναλογία ωμέγα-6 προς ωμέγα-3 λιπαρών οξέων, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ισορροπία των λιπαρών στη διατροφή μπορεί να επηρεάζει την προσοχή και τον αυτοέλεγχο.
Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης αν η λήψη φαρμάκων για τη ΔΕΠΥ επηρέαζε τις διατροφικές συνήθειες, καθώς τα διεγερτικά φάρμακα συχνά μειώνουν την όρεξη. Ωστόσο, δεν διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές ούτε στη συνολική ενεργειακή πρόσληψη ούτε στο σωματικό βάρος μεταξύ όσων λάμβαναν φαρμακευτική αγωγή και όσων δεν λάμβαναν.
Παρότι τα ευρήματα είναι ενθαρρυντικά, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μελέτη είχε περιορισμούς. Το μικρό δείγμα των 39 συμμετεχόντων δεν επιτρέπει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων, ενώ ο σχεδιασμός της μελέτης δεν μπορεί να αποδείξει σχέση αιτίας και αποτελέσματος. Επιπλέον, οι διατροφικές καταγραφές βασίστηκαν στις δηλώσεις των ίδιων των εφήβων, οι οποίες ενδέχεται να περιέχουν λάθη. Οι επιστήμονες προτείνουν μεγαλύτερες, μακροχρόνιες μελέτες με βιολογικούς δείκτες, όπως εξετάσεις αίματος, ώστε να διευκρινιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ο ρόλος της διατροφής στην ανάπτυξη και τη λειτουργία του εγκεφάλου των εφήβων με ΔΕΠΥ.
Tags: ΔΕΠΥ
