ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Η ανάδοχη οικογένεια μπορεί να σώσει μακροπρόθεσμα το παιδί σε σχέση με τα ιδρύματα

11 Ιουλίου 2026, 08:00

images

Νέα ανάλυση στοιχείων από το Bucharest Early Intervention Project, μία από τις σημαντικότερες μελέτες παγκοσμίως για την ανάπτυξη παιδιών που μεγαλώνουν σε ιδρύματα, δείχνει ότι τα παιδιά που μεταφέρθηκαν σε ποιοτική ανάδοχη οικογένεια μετά από σοβαρή πρώιμη ψυχοκοινωνική στέρηση είχαν σημαντικά καλύτερη λειτουργικότητα ως νεαροί ενήλικες σε σύγκριση με εκείνα που παρέμειναν σε ιδρυματική φροντίδα. Τα αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Developmental Psychology και υπογραμμίζουν ότι η ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνει ένα παιδί μπορεί να επηρεάσει την πορεία της ζωής του για πολλά χρόνια.

Η ιδρυματική φροντίδα αποτελεί συχνά τη λύση όταν οι γονείς πεθαίνουν, εγκαταλείπουν τα παιδιά τους, χάνουν την επιμέλειά τους ή αδυνατούν να τα φροντίσουν λόγω φτώχειας, σοβαρής ασθένειας, αναπηρίας, παραμέλησης ή κακοποίησης. Τα παιδιά φιλοξενούνται σε ορφανοτροφεία ή άλλες δομές, όπου λίγοι φροντιστές καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες πολλών παιδιών, χωρίς να υπάρχει σταθερός δεσμός με έναν συγκεκριμένο ενήλικα.

Παρότι οι δομές αυτές συνήθως εξασφαλίζουν τροφή, στέγη, ιατρική περίθαλψη και βασική επίβλεψη, συχνά δεν μπορούν να προσφέρουν τη συναισθηματική ζεστασιά και την εξατομικευμένη προσοχή που έχει ανάγκη ένα παιδί. Η συνεχής εναλλαγή προσωπικού δυσκολεύει τη δημιουργία ασφαλών δεσμών, ενώ περιορίζονται οι ευκαιρίες για επικοινωνία, παιχνίδι και ουσιαστική αλληλεπίδραση. Η έλλειψη αυτών των εμπειριών μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη συναισθηματική, κοινωνική, γνωστική και αισθητηριακή ανάπτυξη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Megan M. Hare από το Πανεπιστήμιο Tulane, θέλησαν να εξετάσουν εάν οι επιπτώσεις της πρώιμης ιδρυματικής διαβίωσης εξακολουθούν να είναι εμφανείς κατά τη μετάβαση στην ενήλικη ζωή και αν η ανάδοχη οικογένεια μπορεί να περιορίσει αυτές τις συνέπειες. Παράλληλα, διερεύνησαν κατά πόσο η ποιότητα της φροντίδας που λάμβαναν οι έφηβοι εξηγεί τη σχέση μεταξύ του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσαν και της μετέπειτα λειτουργικότητάς τους.

Η μελέτη βασίστηκε στο Bucharest Early Intervention Project, το οποίο ξεκίνησε το 2000 στη Ρουμανία. Στην αρχική έρευνα συμμετείχαν 136 εγκαταλελειμμένα παιδιά που ζούσαν σε έξι ιδρύματα του Βουκουρεστίου και είχαν μέση ηλικία περίπου 22 μηνών. Μετά τις πρώτες αξιολογήσεις, τα παιδιά χωρίστηκαν τυχαία σε δύο ομάδες. Η μία συνέχισε να λαμβάνει τη συνήθη φροντίδα των ιδρυμάτων, ενώ η άλλη εντάχθηκε σε ένα ειδικά οργανωμένο πρόγραμμα υψηλής ποιότητας ανάδοχων οικογενειών. Παράλληλα υπήρχε και μια τρίτη ομάδα παιδιών από την τοπική κοινότητα, τα οποία δεν είχαν ζήσει ποτέ σε ίδρυμα.

Στη νέα ανάλυση συμπεριλήφθηκαν 93 από τα παιδιά της αρχικής μελέτης, καθώς και 41 άτομα από την ομάδα ελέγχου. Οι συμμετέχοντες ήταν πλέον περίπου 19 ετών. Οι ερευνητές αξιολόγησαν τη λεγόμενη «προσαρμοστική λειτουργικότητα», δηλαδή τις δεξιότητες που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει αυτόνομα, όπως η προσωπική φροντίδα, η επικοινωνία, οι κοινωνικές σχέσεις και η διαχείριση της καθημερινότητας. Παράλληλα, ειδικοί που γνώριζαν καλά το οικογενειακό περιβάλλον κάθε παιδιού αξιολόγησαν την ποιότητα της φροντίδας που λάμβανε στις ηλικίες των 12 και 16 ετών.

Τα αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντικά για τα παιδιά που είχαν μεγαλώσει σε ανάδοχες οικογένειες. Δεκαέξι χρόνια μετά την τοποθέτησή τους, παρουσίαζαν σημαντικά υψηλότερες επιδόσεις στις δεξιότητες καθημερινής ζωής, ιδιαίτερα στην επικοινωνία και την κοινωνικοποίηση, σε σύγκριση με όσους είχαν παραμείνει στην ιδρυματική φροντίδα.

Όταν οι ερευνητές μετέτρεψαν τις επιδόσεις σε αντίστοιχα αναπτυξιακά επίπεδα, διαπίστωσαν ότι οι νέοι που είχαν παραμείνει στα ιδρύματα λειτουργούσαν κατά μέσο όρο σαν παιδιά ηλικίας περίπου 12,5 ετών. Αντίθετα, όσοι είχαν μεγαλώσει σε ανάδοχες οικογένειες έφταναν σε επίπεδο αντίστοιχο με ηλικία περίπου 15,2 ετών. Παρά τη σημαντική αυτή διαφορά, και οι δύο ομάδες εξακολουθούσαν να υστερούν σε σχέση με τους συνομηλίκους τους που δεν είχαν βιώσει ποτέ ιδρυματική φροντίδα.

Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι η ποιότητα της φροντίδας αποτελούσε τον βασικό παράγοντα που εξηγούσε τα καλύτερα αποτελέσματα των παιδιών που τοποθετήθηκαν σε ανάδοχες οικογένειες. Με άλλα λόγια, δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι έφυγαν από το ίδρυμα, αλλά κυρίως ότι μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον με σταθερούς, υποστηρικτικούς και συναισθηματικά διαθέσιμους φροντιστές.

Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι τα ευρήματα αναδεικνύουν τη μεγάλη αξία της έγκαιρης επένδυσης στην οικογενειακή φροντίδα ως εναλλακτική λύση έναντι της ιδρυματικής διαβίωσης. Ένα σταθερό και υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον μπορεί να ενισχύσει σημαντικά τις δεξιότητες που είναι απαραίτητες για την ανεξάρτητη ζωή και την ομαλή μετάβαση στην ενηλικίωση.

Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν και έναν σημαντικό περιορισμό. Η ποιότητα τόσο της ιδρυματικής όσο και της ανάδοχης φροντίδας διαφέρει σημαντικά από χώρα σε χώρα και από δομή σε δομή. Επομένως, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να γενικευθούν αυτόματα σε όλα τα συστήματα παιδικής προστασίας. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη προσφέρει ισχυρές ενδείξεις ότι τα παιδιά αναπτύσσονται καλύτερα όταν μεγαλώνουν σε ένα σταθερό, ασφαλές και γεμάτο φροντίδα οικογενειακό περιβάλλον.


Σχετικά Άρθρα