ΙατροίΔιατροφολόγοιΑισθητικοίΝοσηλευτήριαΔιαγνωστικάΧημείαΦαρμακείαΓυμναστήριαΑσφάλειες

Ανατομικές διαφορές εγκεφάλου σε άτομα με ψυχιατρικές διαταραχές

03 Αυγούστου 2026, 10:00

images

Νέα μετα-ανάλυση, που δημοσιεύτηκε στο Acta Psychiatrica Scandinavica, δείχνει ότι τα άτομα με ψυχιατρικές διαταραχές έχουν, κατά μέσο όρο, μικρότερη επίφυση (ή κωνάριο) σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό. Ωστόσο, η μικρότερη αυτή δομή δεν φαίνεται να επηρεάζει άμεσα την ποιότητα του ύπνου, παρά το γεγονός ότι η επίφυση είναι υπεύθυνη για την παραγωγή της μελατονίνης, της ορμόνης που ρυθμίζει τον κιρκάδιο ρυθμό.

Η επίφυση είναι ένας μικρός αδένας, μεγέθους περίπου ενός μπιζελιού, που βρίσκεται βαθιά στον εγκέφαλο. Κύρια λειτουργία της είναι η παραγωγή και έκκριση μελατονίνης, μιας ορμόνης που συγχρονίζει το βιολογικό ρολόι του οργανισμού και ρυθμίζει τον κύκλο ύπνου-αφύπνισης. Όταν πέφτει το σκοτάδι, η επίφυση αυξάνει την παραγωγή μελατονίνης, στέλνοντας σήμα στον οργανισμό ότι είναι ώρα για ξεκούραση. Ο κιρκάδιος ρυθμός επηρεάζει επίσης τη θερμοκρασία του σώματος, τον μεταβολισμό και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι διαταραχές του ύπνου αποτελούν συχνό χαρακτηριστικό σοβαρών ψυχικών παθήσεων, όπως η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η διπολική διαταραχή και η σχιζοφρένεια. Επειδή η επίφυση αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από εξειδικευμένα κύτταρα που παράγουν μελατονίνη, οι επιστήμονες υπέθεσαν ότι το μέγεθός της ίσως καθορίζει την ποσότητα της ορμόνης που μπορεί να παραχθεί. Θεωρητικά, ένας μικρότερος αδένας διαθέτει λιγότερα κύτταρα παραγωγής μελατονίνης και, επομένως, μικρότερη παραγωγική ικανότητα.

Παλαιότερες μελέτες είχαν καταλήξει σε αντικρουόμενα αποτελέσματα. Ορισμένες ανέφεραν μικρότερη επίφυση σε άτομα με κατάθλιψη ή σχιζοφρένεια, ενώ άλλες δεν διαπίστωσαν καμία ανατομική διαφορά.

Για να διευκρινίσουν το ζήτημα, οι ερευνητές Sophie Bolwig και Kristian H. R. Jensen από το Rigshospitalet της Δανίας πραγματοποίησαν μετα-ανάλυση, συνδυάζοντας δεδομένα από πολλές προηγούμενες μελέτες. Συγκέντρωσαν έρευνες στις οποίες χρησιμοποιήθηκε μαγνητική τομογραφία για τη μέτρηση του όγκου της επίφυσης και τις χώρισαν σε δύο ομάδες: η πρώτη εξέταζε τις ανατομικές διαφορές μεταξύ ψυχιατρικών ασθενών και υγιών ατόμων, ενώ η δεύτερη διερευνούσε τη σχέση μεταξύ μεγέθους της επίφυσης και ποιότητας του ύπνου.

Η πρώτη ανάλυση περιλάμβανε περισσότερους από 1.700 συμμετέχοντες και έδειξε ότι τα άτομα με ψυχιατρικές διαταραχές είχαν συνολικά μικρότερο όγκο επίφυσης. Οι ερευνητές διερεύνησαν επίσης αν η διαφορά οφειλόταν στην παρουσία κύστεων, μικρών κοιλοτήτων γεμάτων υγρό που θεωρούνται συνήθως αβλαβείς. Ωστόσο, η συχνότητα εμφάνισης κύστεων ήταν ίδια στις δύο ομάδες. Όταν εξετάστηκε μόνο ο λειτουργικός ιστός της επίφυσης, χωρίς τις κύστεις, διαπιστώθηκε ότι και αυτός ήταν μειωμένος στους ασθενείς. Το εύρημα δείχνει ότι η πραγματική δομή που παράγει μελατονίνη είναι μικρότερη στα άτομα με ψυχιατρικές παθήσεις.

Η μείωση του όγκου διέφερε ανάλογα με τη διάγνωση. Στα άτομα με διαταραχές της διάθεσης, όπως η κατάθλιψη και η διπολική διαταραχή, η μείωση ήταν σχετικά μικρή. Αντίθετα, στους ασθενείς με σχιζοφρένεια ή διαταραχές του σχιζοφρενικού φάσματος ήταν περίπου διπλάσια.

Η δεύτερη ανάλυση, στην οποία συμμετείχαν περισσότεροι από 700 άνθρωποι, εξέτασε αν το μικρότερο μέγεθος της επίφυσης σχετίζεται με χειρότερη ποιότητα ύπνου. Η αξιολόγηση έγινε με ερωτηματολόγια, φορητές συσκευές καταγραφής της κίνησης και εξειδικευμένες εξετάσεις σε εργαστήρια ύπνου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η σχέση ανάμεσα σε μεγαλύτερη επίφυση και καλύτερο ύπνο ήταν ασθενής και δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι ο ύπνος επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως το άγχος, το περιβάλλον και άλλα νευρολογικά συστήματα, επομένως η παραγωγή μελατονίνης από μόνη της δεν αρκεί για να εξηγήσει την ποιότητα του ύπνου.

Η μελέτη προσφέρει επίσης στοιχεία για τη βιολογική προέλευση ορισμένων ψυχικών διαταραχών. Σε ορισμένες από τις έρευνες συμμετείχαν άτομα που θεωρούνταν υψηλού κινδύνου να εμφανίσουν ψύχωση, χωρίς όμως να έχουν ακόμη διαγνωστεί. Και αυτά τα άτομα παρουσίαζαν ήδη μικρότερη επίφυση. Το εύρημα υποδηλώνει ότι η συγκεκριμένη ανατομική διαφορά μπορεί να αποτελεί κληρονομικό νευροαναπτυξιακό χαρακτηριστικό και όχι συνέπεια της νόσου ή της φαρμακευτικής αγωγής. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται από γενετικές μελέτες, οι οποίες δείχνουν ότι γονίδια που σχετίζονται με το μέγεθος της επίφυσης συνδέονται και με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σχιζοφρένειας.

Παράλληλα, οι επιστήμονες εξετάζουν και άλλους πιθανούς μηχανισμούς, όπως η χρόνια νευροφλεγμονή και το οξειδωτικό στρες, τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν τον όγκο της επίφυσης. Ωστόσο, η υπόθεση αυτή δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι η μετα-ανάλυση παρουσιάζει περιορισμούς, καθώς οι περισσότερες μελέτες ήταν διατομεακές και δεν μπορούν να δείξουν πώς εξελίσσονται οι αλλαγές με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, αρκετές βασίστηκαν σε παλαιότερους μαγνητικούς τομογράφους χαμηλότερης ανάλυσης, γεγονός που μπορεί να επηρέασε την ακρίβεια των μετρήσεων.

Οι επιστήμονες προτείνουν μακροχρόνιες μελέτες που θα παρακολουθούν τα ίδια άτομα από την παιδική ηλικία έως την ενηλικίωση, καταγράφοντας παράλληλα το μέγεθος της επίφυσης, τα επίπεδα μελατονίνης και την ποιότητα του ύπνου. Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να εντοπιστούν έγκαιρα βιολογικοί δείκτες που προδιαθέτουν στην εμφάνιση ψυχικών διαταραχών, πριν ακόμη εκδηλωθούν τα πρώτα κλινικά συμπτώματα.


Σχετικά Άρθρα