Μνήμη και συγκέντρωση στο "μικροσκόπιο" των ...διατροφολόγων
24 Ιουλίου 2026, 09:00
Νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nutritional Neuroscience δείχνει ότι η υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων συνδέεται με χαμηλότερες επιδόσεις στη μνήμη και τη συγκέντρωση σε νεαρούς ενήλικες. Τα αποτελέσματα υποδηλώνουν ότι η συχνή κατανάλωση βιομηχανικά επεξεργασμένων σνακ και έτοιμων γευμάτων μπορεί να επηρεάζει αρνητικά τη γνωστική λειτουργία σε μια περίοδο όπου ο εγκέφαλος εξακολουθεί να αναπτύσσεται.
Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα παρασκευάζονται κυρίως από βιομηχανικά επεξεργασμένα συστατικά, όπως τροποποιημένα άμυλα, υδρογονωμένα λίπη και πρωτεϊνικά εκχυλίσματα, ενώ περιέχουν πρόσθετα όπως συντηρητικά, αρωματικές ύλες και γαλακτωματοποιητές. Παραδείγματα αποτελούν τα αναψυκτικά, τα συσκευασμένα γλυκά, τα αλμυρά σνακ και τα έτοιμα γεύματα. Η αυξανόμενη κατανάλωσή τους έχει οδηγήσει τους επιστήμονες στην έννοια της «νευροδιατροφικής μετάβασης», σύμφωνα με την οποία η αντικατάσταση των φυσικών τροφίμων από υπερεπεξεργασμένα μπορεί να επηρεάζει όχι μόνο τη σωματική αλλά και την εγκεφαλική υγεία.
Παρότι προηγούμενες έρευνες είχαν συνδέσει τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα με αυξημένο κίνδυνο άνοιας και Νόσου Αλτσχάιμερ στους ηλικιωμένους, υπήρχαν ελάχιστα στοιχεία για τους νεαρούς ενήλικες. Οι ερευνητές επέλεξαν αυτή την ηλικιακή ομάδα επειδή αποτελεί περίοδο κατά την οποία οι γνωστικές λειτουργίες, όπως η μνήμη και η προσοχή, εξακολουθούν να ωριμάζουν, ενώ ταυτόχρονα η κατανάλωση τέτοιων τροφίμων είναι ιδιαίτερα υψηλή.
Στη μελέτη συμμετείχαν 416 φοιτητές ηλικίας 18 έως 35 ετών, με μέσο όρο ηλικίας περίπου τα 22 έτη. Η πρόσληψη τροφής αξιολογήθηκε μέσω δύο ανακλήσεων 24ώρου, κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες κατέγραψαν αναλυτικά όσα κατανάλωσαν. Στη συνέχεια, τα τρόφιμα ταξινομήθηκαν με βάση το σύστημα NOVA, το οποίο κατηγοριοποιεί τις τροφές ανάλογα με τον βαθμό βιομηχανικής επεξεργασίας τους. Κατά μέσο όρο, σχεδόν το 30% των ημερήσιων θερμίδων των συμμετεχόντων προερχόταν από υπερεπεξεργασμένα προϊόντα.
Η γνωστική λειτουργία αξιολογήθηκε με δύο τυποποιημένες δοκιμασίες. Η συγκέντρωση μετρήθηκε μέσω του τεστ Toulouse-Pieron, το οποίο εξετάζει τη διατηρούμενη προσοχή σε σύντομο χρονικό διάστημα, ενώ η βραχυπρόθεσμη μνήμη αξιολογήθηκε με δοκιμασία απομνημόνευσης ακολουθιών αριθμών. Οι ερευνητές έλαβαν επίσης υπόψη παράγοντες όπως η σωματική άσκηση, η διάρκεια ύπνου, η κατανάλωση καφεΐνης, το κάπνισμα, η χρήση συμπληρωμάτων διατροφής, καθώς και τα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης και στρες.
Τα αποτελέσματα έδειξαν σταθερή αρνητική συσχέτιση μεταξύ της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και της βραχυπρόθεσμης μνήμης. Συγκεκριμένα, για κάθε αύξηση κατά 10% του ποσοστού των ημερήσιων θερμίδων που προέρχονταν από τέτοιες τροφές, οι επιδόσεις στη μνήμη μειώνονταν αισθητά. Η σχέση αυτή παρέμεινε σημαντική ακόμη και μετά την προσαρμογή για όλους τους υπόλοιπους παράγοντες του τρόπου ζωής.
Όσοι κατανάλωναν τις μεγαλύτερες ποσότητες υπερεπεξεργασμένων τροφίμων είχαν χαμηλότερες βαθμολογίες μνήμης σε σύγκριση με εκείνους που κατανάλωναν τις λιγότερες. Αντίστοιχα, παρατηρήθηκε και αρνητική σχέση με τη συγκέντρωση, αν και αυτή ήταν πιο αδύναμη και λιγότερο σταθερή στα στατιστικά μοντέλα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε το γεγονός ότι η μείωση της μνήμης έγινε πιο εμφανής όταν τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα ξεπερνούσαν περίπου το 20% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης. Κάτω από αυτό το επίπεδο, οι επιδόσεις παρέμεναν σχετικά σταθερές, γεγονός που υποδηλώνει ότι η περιστασιακή κατανάλωση πιθανόν να μην έχει σημαντικές επιπτώσεις, ενώ η συστηματική και υψηλή κατανάλωση ενδέχεται να είναι πιο επιβαρυντική.
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι πιθανές επιδράσεις οφείλονται στη μεγάλη περιεκτικότητα αυτών των τροφίμων σε επεξεργασμένα σάκχαρα, κορεσμένα λιπαρά και νάτριο, καθώς και στη χαμηλή περιεκτικότητα σε βιταμίνες και άλλα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Επιπλέον, τα πρόσθετα συστατικά μπορεί να μεταβάλλουν το μικροβίωμα του εντέρου και να επηρεάζουν τον άξονα εντέρου–εγκεφάλου, ενώ παράλληλα ενισχύουν τη φλεγμονή και την αντίσταση στην ινσουλίνη, καταστάσεις που σχετίζονται με μειωμένη γνωστική λειτουργία.
Παρόλα αυτά, οι ερευνητές τονίζουν ότι η μελέτη είναι διατομεακή και επομένως δεν αποδεικνύει σχέση αιτίου-αποτελέσματος. Είναι πιθανό άτομα με διαφορετικά χαρακτηριστικά ή συνήθειες να καταναλώνουν περισσότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, χωρίς αυτά να αποτελούν την άμεση αιτία της χαμηλότερης μνήμης. Επίσης, η έρευνα βασίστηκε στις αναφορές των ίδιων των συμμετεχόντων και πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά σε φοιτητές ενός πανεπιστημίου στο Ιράν, γεγονός που περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων.
Συνολικά, η μελέτη ενισχύει την άποψη ότι οι διατροφικές επιλογές δεν επηρεάζουν μόνο τη μακροπρόθεσμη υγεία, αλλά και την καθημερινή λειτουργία του εγκεφάλου. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν από μελλοντικές έρευνες, η μείωση της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων και η αντικατάστασή τους με λιγότερο επεξεργασμένες επιλογές θα μπορούσε να συμβάλει όχι μόνο στην πρόληψη χρόνιων νοσημάτων αλλά και στη βελτίωση της μνήμης, της συγκέντρωσης και της συνολικής γνωστικής απόδοσης των νέων ενηλίκων.
